Eντονη κριτική στον τρόπο χρήσης του επιθετικού προσδιορισμού «επίορκος», αλλά και στις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τα πρόσφατα νομοθετήματα ορίζουν ότι κάποιος δημόσιος λειτουργός τίθεται σε αργία, άσκησαν κατά τη σημερινή ημερίδα της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, τόσο ο υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης, όσο και ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών Χαράλαμπος Αθανασίου. «Επιδιώκουμε να τιμωρηθούν οι επίορκοι. Αλλά πρέπει να προστατευθούν κι αυτοί που κάνουν τη δουλειά τους», τόνισε και ο υπουργός Εσωτερικών Ευρυπίδης Στυλιανίδης.
Οπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο κ. Ρουπακιώτης, στην ημερίδα που είχε τίτλο «Αποτελεσματικότητα, Διαφάνεια, Δικαιοσύνη στην Τοπική Αυτοδιοίκηση», «μέχρι τώρα ήξερα υπαλλήλους που διαπράττουν πειθαρχικά ή ποινικά αδικήματα. Είναι ασύνηθες να χρησιμοποιείται η λέξη επίορκος, με τον τρόπο που χρησιμοποιείται. Προβάλλεται εμβληματικά με τρόπο που δεν βοηθά τη νομιμότητα, αλλά δημιουργεί κλίμα. Ας απαλλάξουμε λοιπόν την πολιτική μας ζωή από τον τιμωρητικό χαρακτήρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μένουν ατιμώρητοι εκείνοι που έφταιξαν. Αλλά πρέπει να αισθάνονται ασφαλείς οι υπόλοιποι».Και πρόσθεσε: «Οι σοφοί λαοί ποτέ δεν μετατρέπουν τις περιστασιακές ανάγκες σε κανόνες Δικαίου». Σχετικά με το θέμα της αργίας, τόνισε ότι το άρθρο 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει την αναστολή της ποινικής δίωξης, όσο ασκείται έλεγχος.
«Είναι λάθος ο χαρακτηρισμός επίορκοι» είπε ο κ. Αθανασίου. «Θα έπρεπε να αποφευχθεί ως επιθετικός προσδιορισμός, διότι προσιδιάζει μόνο σε όσους έχουν αμετάκλητη δικαστική απόφαση σε βάρος τους. Με τον τρόπο που χρησιμοποιείται παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο είναι κατάκτηση του ελληνικού νομικού πολιτισμού, που πήρε όλος ο πολιτισμένος κόσμος από εμάς». Και πρόσθεσε ότι είναι αντίθετος να τίθεται δημόσιος υπάλληλος σε αργία μόνο με δίωξη. «Θα πρέπει να υπάρχει καταδικαστική απόφαση» τόνισε.
Όπως σημειώθηκε από τους δύο υπουργούς, αλλά και από τον υπουργό Εσωτερικών Ευρυπίδη Στυλιανίδη -που παρουσίασε όλες τις πρωτοβουλίες της ηγεσίας του υπουργείου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση- οι έντονα τιμωρητικές ρυθμίσεις των πρόσφατων νομοθετημάτων έχουν ως συνέπεια «οι υπεύθυνοι πλέον να φοβούνται να υπογράψουν στη δημόσια διοίκηση. Επιδιώκουμε να τιμωρηθούν οι επίορκοι. Αλλά πρέπει να προστατευθούν κι αυτοί που κάνουν τη δουλειά τους».
«Ο δικαστής δεν πρέπει να μετρά το κόστος όταν αποφασίζει. Αυτό πρέπει να το υπολογίζει ο νομοθέτης, όταν νομοθετεί. Όμως ο δικαστής οφείλει να μην επηρεάζεται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και να αποφασίζει με νηφαλιότητα και ψυχραιμία» τόνισε ο κ. Αθανασίου. Και πρόσθεσε: «Γι αυτό όλοι πρέπει να είναι προσεκτικοί στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, όταν υποθέσεις με πολιτικό υπόβαθρο και με εμπλεκόμενα πολιτικά ή αυτοδιοικητικά πρόσωπα εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης».
Ο κ. Αθανασίου σημείωσε ότι στο γραφείο του ιδίου και του κ. Στυλιανίδη φθάνουν πολλές ανώνυμες επιστολές, αλλά και πρώην δήμαρχοι ή υποψήφιοι που έχασαν στις τελευταίες εκλογές, προκειμένου να καταγγείλουν συναδέλφους τους για οικονομικές ατασθαλίες, χαριστικές παροχές και διάφορες παρεκκλίσεις, κυρίως οικονομικής φύσης. Όταν, όμως, τους λέει ότι θα ερευνηθούν οι καταγγελίες, αρκεί να διατυπωθούν γραπτά, επώνυμα και ενυπόγραφα, δεν το πράττει κανένας.