Ένα από τα θέματα που απασχολούν έντονα την αριστερά και όχι μόνο το τελευταίο διάστημα,
είναι και εκείνο της παθητικοποίησης της κοινωνίας απέναντι στην πραγματικότητα που γίνεται πιο σκληρή μέρα με την μέρα. Σίγουρα μπορούμε να μιλήσουμε για αύξηση των κοινωνικών αντιστάσεων και κινημάτων σε σύγκριση με παλαιότερα έτη, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στο Σύνταγμα,στα δίκτυα αλληλεγγύης, στις Σκουριές, στην Χαλυβουργία κλπ. Από την άλλη πλευρά όμως, είναι εμφανές ότι οι αντιστάσεις αυτές βρίσκονται ακόμη σε μικρό στάδιο αναλογικά με την κατάσταση των τελευταίων ετών. Και εδώ έρχεται το ερώτημα, γιατί η κοινωνία δεν αντιδρά; Γιατί σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία ακόμη η πλειοψηφία των ατόμων ακολουθεί τον ατομικό δρόμο; Η ταξική συνείδηση, η διεκδίκηση των δικαιωμάτων και η συμμετοχή στα κινήματα δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση ζητήματα που πρέπει να εξετάζουμε μεμονωμένα. Αποτελούν τμήματα της γενικότερης κουλτούρας που καλλιεργείται εδώ και χρόνια στην κοινωνία. Είναι κάτι παραπάνω από γνωστό αυτή την στιγμή, ότι οι ιδεολογικοί συσχετισμοί λειτουργούν υπέρ της κυρίαρχης εξουσίας. Πώς όμως το αστικό μπλόκ έχει καταφέρει να θεμελιώσει τόσο γερά την ιδεολογική ηγεμονία, πως έχει καταφέρει να δομήσει τόσο ισχυρούς μηχανισμούς ικανούς να κρατήσουν την κοινωνία σε καταστολή ακόμη και υπό τέτοιες συνθήκες; Εδώ έρχονται να αποτελέσουν τον ρόλο τους τα media με μια στοχευμένη και πολυεπίπεδη απεύθυνση στις μάζες που κατορθώνει να επηρεάσει ακόμη και τους «άπιστους», διαμορφώνοντας μια πολύ συγκεκριμένη κουλτούρα.
Σε αυτό το σημείο έχει σημασία να τονίσουμε την πολυεπίπεδη επίδραση των μέσων στο κοινό. Αρχικά, διαμορφώνοντας την κατάλληλη «συναισθηματική αντζέντα» τα media , έχουν την δυνατότητα να κατευθύνουν τον δημόσιο λόγο και την κοινή γνώμη άλλοτε αναδεικνύοντας και άλλοτε αποσιωπώντας σημαντικά γεγονότα της δημόσιας ζωής , περιβάλλοντάς τα με μια έντονη δόση συγκινησιακής διέγερσης. Στην απόδοση των μηνυμάτων, δεν ενδιαφέρει το τι θα λέγεται, αλλά το πώς θα λέγεται και κατά συνέπεια τι συναισθηματικές αποτυπώσεις θα έχει στο ευρύ κοινό.
Γνωρίζοντας ότι τα συναισθήματα πληρούν θεμελιώδη λειτουργία της ψυχικής και κοινωνικής ζωής, αποτελεί στοίχημα για την κυρίαρχη ιδεολογία η χειραγώγισή τους , δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους προπαγάνδα. Σύμφωνα με νευροβιολογικές μελέτες ένα αισθητηριακό ερέθισμα έχει την δυνατότητα να μας συγκινήσει μέσα σε 200χιλιοστά του δευτερολέπτου, πριν ακόμη αποκτήσουμε επίγνωσή του. Πιο απλά, πρώτα συγκινούμαστε και μετά προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συνέβη. Έτσι λοιπόν, με την δραματοποίηση μιας είδησης ( κατάλληλη οπτική και ακουστική πλαισίωση) , τα media στρέφουν την προσοχή του κοινού στα συγκινησιακά πιο «φορτισμένα» μέρη του περιεχομένου της είδησης, αφήνοντας τις υπόλοιπες πληροφορίες να «ξεφύγουν». Το αποτέλεσμα είναι ο θεατής να αποκτά μια ελλειπή αφήγηση των όσων βλέπει ενώ δύναται απλά να αποτυπώσει το γενικότερο συναισθηματικό πλαίσιο χωρίς να είναι σε θέση να προβεί σε επιμέρους επεξηγήσεις.
Επιπλέον, μεγάλη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο συντελείται η ενημέρωση στις δυτικές κοινωνίες. Ο άνθρωπος καθημερινά δέχεται χιλιάδες ερεθίσματα τα οποία καλείται να επεξεργαστεί. Όμως , ο όγκος των ερεθισμάτων ξεπερνά κατά πολύ τις φυσικές δυνατότητες των γνωστικών λειτουργιών του ανθρώπου οδηγώντας σε μια γνώση εφήμερη, αποσπασματική , ελλειπή και συχνά παραπλανητική. Tο αποτέλεσμα είναι ότι το άτομο αδυνατεί να σταθεί κριτικά απέναντι σε ένα γεγονός, αφού τις περισσότερες φορές δεν έχει καν τον χρόνο να το επεξεργαστεί. Το μόνο που μένει είναι η συναισθηματική αποτύπωση του γεγονότος , η οποία βέβαια είναι κατασκευασμένη ανάλογα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας και ειδικά τα τελευταία χρόνια, τα media έχουν εφαρμόσει σε μακροπρόθεσμο επίπεδο όλους αυτούς τους μηχανισμούς με το να καλλιεργούν συστηματικά συναισθήματα φόβου, ανασφάλειας και αγωνίας, δημιουργώντας έτσι στην κοινωνία την λεγόμενη επίκτητη αίσθηση αδυναμίας ή αλλιώς αβοηθησία (learned helplessness). Ο όρος αυτός διατυπώθηκε πρώτη φορά από τους Martin Seligman and Steven F. Maier (1967) μετά από επαναλαμβανόμενα πειράματα σε ζώα και ανθρώπους . Η αβοηθησία ορίζεται ως μια κατάσταση αδράνειας που προκύπτει στους ζωντανούς οργανισμούς μετά από επαναλαμβανόμενη βίωση αρνητικών καταστάσεων από τις οποίες νιώθουν ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν.Δημιουργεί απάθεια,απελπισία και κατάθλιψη. Προκύπτει από την αίσθηση αδυναμίας ελέγχου του ανθρώπου στο περιβάλλον του και την εκτίμηση ότι η δράση δεν θα επιφέρει καμία αλλαγή, με αποτέλεσμα να αναστέλλονται οι επιθετικές και αμυντικές λειτουργίες του οργανισμού. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο -και αυτό είναι που προκαλεί εντύπωση- ο οργανισμός που βιώνει αυτή την κατάσταση αδυνατεί να αντιδράσει ακόμα και όταν αυτή η αντίδραση είναι εφικτή.
Για να γίνουμε πιο κατανοητοί, σε ένα από τα πειράματα που διενεργήθηκαν, ερευνητές τοποθέτησαν ποντίκια σε ένα λαβύρινθο, και στην άλλη άκρη του λαβύρινθου τοποθέτησαν την τροφή. Κάθε φορά που πήγαινε κάποιο ποντίκι από έναν δρόμο προς την τροφή χορηγούσαν ηλεκτροσόκ αναγκάζοντας το ποντίκι να ακολουθήσει άλλον δρόμο. Το έκαναν αυτό κάθε φορά που το ζώο μάθαινε να έχει πρόσβαση στην τροφή έναν συγκεκριμένο δρόμο. Το αποτέλεσμα ήταν στο τέλος ότι τα ποντίκια κάθονταν στην άκρη του λαβύρινθου ανήμπορα να κινηθούν, ακόμη και όταν τοποθετούνταν η τροφή δίπλα τους , ενώ κάποια από αυτά πέθαναν ( χωρίς να τίθεται θέμα υποσιτισμού).
Προσπαθώντας να μεταφράσουμε αυτή την θεωρία σε κοινωνικό επίπεδο βλέπουμε ότι το αυξανόμενο κλίμα φόβου και αγωνίας που καλλιεργείται σήμερα, δεν επηρεάζει μόνο την ιδιωτική σκέψη του ανθρώπου αλλά και την αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας. Σε μια κοινωνία όπου ο φόβος ηγεμονεύει σταδιακά οι άνθρωποι αναπτύσσουν φόβο και δισταγμό να εκφράσουν τις σκέψεις τους ακόμη και στον ίδιο τους τον εαυτό. Όντας πλέον ανίκανοι να διοχετεύσουν κάπου αυτό το αρνητικό συναισθηματικό φορτίο οδηγούνται σε μια κατάσταση εσωτερικής φίμωσης με κίνδυνο ψυχικής κατάρρευσης.
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι παράγοντες της απάθειας δεν εντοπίζονται μόνο στην εντατικοποίηση των ρυθμών ζωής, στην ήδη υπάρχουσα ιδεολογία του ατομικισμού, στην καταστολή, στην μάχη εξασφάλισης ενός βασικού μισθού , γιατί δεν μένει πλέον τίποτε άλλο να χαθεί. Η συλλογική απάθεια καθρεφτίζεται στην εσωτερική απάθεια και το αντίστροφο.
Τα media μπορεί να έχουν μια ισχυρή επίδραση στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης και κουλτούρας, δεν είναι όμως παντοδύναμα. Το πρώτο στάδιο αποδόμησής τους είναι η κατανόηση της λειτουργίας και των μηχανισμών τους. Το δεύτερο είναι συγκρότηση αντιπαραθετικών δομών που θα έχουν ως στόχο μέσω της διαμόρφωσης μια διαφορετικής κουλτούρας, να σπάσουν το μονοπώλιο του φόβου και να δημιουργήσουν την ροπή εκείνη στην κοινωνία που θα της επιτρέψει να οικοδομήσει τις αντιστάσεις που χρειάζεται και να δράσει.
Στοίχημα της αριστεράς αποτελεί το αν και κατά πόσο μπορεί να αντιληφθεί την ψυχική κατάσταση όχι ως κάτι ξέχωρο, αλλά ως μια έννοια συγκροτησιακή, που διέπει τις σκέψεις, την λειτουργία και την δράση του ανθρώπου και κατά συνέπεια της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεγύφουμε απο λογικές στείρας εκφώνησης πολιτικού λόγου και να περάσουμε σε ένα δεύτερο επίπεδο αντίληψης και πρακτικής , το οποίο θα αντιλαμβάνεται την ψυχική κατάσταση της κοινωνίας χωρίς να αναπαράγει αστικές πρακτικές λαϊκισμού και χειραγώγησης του συναισθήματος αλλά οικοδόμησης δομών οι οποίες εκτός των άλλων θα στηρίζουν και ψυχικά την κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο θα είμαστε σε θέση να αποδομήσουμε τα τεχνητά συναισθήματα φόβου και αβοηθησίας προτάσσοντας το πρότυπο μιας διαφορετικής κοινωνίας στο τώρα, όπου η εκμετάλλευση ανθρώπου προς άνθρωπο και σε υλικό και σε συναισθηματικό επίπεδο, δεν θα έχουν καμία θέση.
* Η Βάσω Γρέζιου είναι φοιτήτρια στη σχολή Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ
Σε αυτό το σημείο έχει σημασία να τονίσουμε την πολυεπίπεδη επίδραση των μέσων στο κοινό. Αρχικά, διαμορφώνοντας την κατάλληλη «συναισθηματική αντζέντα» τα media , έχουν την δυνατότητα να κατευθύνουν τον δημόσιο λόγο και την κοινή γνώμη άλλοτε αναδεικνύοντας και άλλοτε αποσιωπώντας σημαντικά γεγονότα της δημόσιας ζωής , περιβάλλοντάς τα με μια έντονη δόση συγκινησιακής διέγερσης. Στην απόδοση των μηνυμάτων, δεν ενδιαφέρει το τι θα λέγεται, αλλά το πώς θα λέγεται και κατά συνέπεια τι συναισθηματικές αποτυπώσεις θα έχει στο ευρύ κοινό.
Γνωρίζοντας ότι τα συναισθήματα πληρούν θεμελιώδη λειτουργία της ψυχικής και κοινωνικής ζωής, αποτελεί στοίχημα για την κυρίαρχη ιδεολογία η χειραγώγισή τους , δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους προπαγάνδα. Σύμφωνα με νευροβιολογικές μελέτες ένα αισθητηριακό ερέθισμα έχει την δυνατότητα να μας συγκινήσει μέσα σε 200χιλιοστά του δευτερολέπτου, πριν ακόμη αποκτήσουμε επίγνωσή του. Πιο απλά, πρώτα συγκινούμαστε και μετά προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συνέβη. Έτσι λοιπόν, με την δραματοποίηση μιας είδησης ( κατάλληλη οπτική και ακουστική πλαισίωση) , τα media στρέφουν την προσοχή του κοινού στα συγκινησιακά πιο «φορτισμένα» μέρη του περιεχομένου της είδησης, αφήνοντας τις υπόλοιπες πληροφορίες να «ξεφύγουν». Το αποτέλεσμα είναι ο θεατής να αποκτά μια ελλειπή αφήγηση των όσων βλέπει ενώ δύναται απλά να αποτυπώσει το γενικότερο συναισθηματικό πλαίσιο χωρίς να είναι σε θέση να προβεί σε επιμέρους επεξηγήσεις.
Επιπλέον, μεγάλη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο συντελείται η ενημέρωση στις δυτικές κοινωνίες. Ο άνθρωπος καθημερινά δέχεται χιλιάδες ερεθίσματα τα οποία καλείται να επεξεργαστεί. Όμως , ο όγκος των ερεθισμάτων ξεπερνά κατά πολύ τις φυσικές δυνατότητες των γνωστικών λειτουργιών του ανθρώπου οδηγώντας σε μια γνώση εφήμερη, αποσπασματική , ελλειπή και συχνά παραπλανητική. Tο αποτέλεσμα είναι ότι το άτομο αδυνατεί να σταθεί κριτικά απέναντι σε ένα γεγονός, αφού τις περισσότερες φορές δεν έχει καν τον χρόνο να το επεξεργαστεί. Το μόνο που μένει είναι η συναισθηματική αποτύπωση του γεγονότος , η οποία βέβαια είναι κατασκευασμένη ανάλογα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας και ειδικά τα τελευταία χρόνια, τα media έχουν εφαρμόσει σε μακροπρόθεσμο επίπεδο όλους αυτούς τους μηχανισμούς με το να καλλιεργούν συστηματικά συναισθήματα φόβου, ανασφάλειας και αγωνίας, δημιουργώντας έτσι στην κοινωνία την λεγόμενη επίκτητη αίσθηση αδυναμίας ή αλλιώς αβοηθησία (learned helplessness). Ο όρος αυτός διατυπώθηκε πρώτη φορά από τους Martin Seligman and Steven F. Maier (1967) μετά από επαναλαμβανόμενα πειράματα σε ζώα και ανθρώπους . Η αβοηθησία ορίζεται ως μια κατάσταση αδράνειας που προκύπτει στους ζωντανούς οργανισμούς μετά από επαναλαμβανόμενη βίωση αρνητικών καταστάσεων από τις οποίες νιώθουν ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν.Δημιουργεί απάθεια,απελπισία και κατάθλιψη. Προκύπτει από την αίσθηση αδυναμίας ελέγχου του ανθρώπου στο περιβάλλον του και την εκτίμηση ότι η δράση δεν θα επιφέρει καμία αλλαγή, με αποτέλεσμα να αναστέλλονται οι επιθετικές και αμυντικές λειτουργίες του οργανισμού. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο -και αυτό είναι που προκαλεί εντύπωση- ο οργανισμός που βιώνει αυτή την κατάσταση αδυνατεί να αντιδράσει ακόμα και όταν αυτή η αντίδραση είναι εφικτή.
Για να γίνουμε πιο κατανοητοί, σε ένα από τα πειράματα που διενεργήθηκαν, ερευνητές τοποθέτησαν ποντίκια σε ένα λαβύρινθο, και στην άλλη άκρη του λαβύρινθου τοποθέτησαν την τροφή. Κάθε φορά που πήγαινε κάποιο ποντίκι από έναν δρόμο προς την τροφή χορηγούσαν ηλεκτροσόκ αναγκάζοντας το ποντίκι να ακολουθήσει άλλον δρόμο. Το έκαναν αυτό κάθε φορά που το ζώο μάθαινε να έχει πρόσβαση στην τροφή έναν συγκεκριμένο δρόμο. Το αποτέλεσμα ήταν στο τέλος ότι τα ποντίκια κάθονταν στην άκρη του λαβύρινθου ανήμπορα να κινηθούν, ακόμη και όταν τοποθετούνταν η τροφή δίπλα τους , ενώ κάποια από αυτά πέθαναν ( χωρίς να τίθεται θέμα υποσιτισμού).
Προσπαθώντας να μεταφράσουμε αυτή την θεωρία σε κοινωνικό επίπεδο βλέπουμε ότι το αυξανόμενο κλίμα φόβου και αγωνίας που καλλιεργείται σήμερα, δεν επηρεάζει μόνο την ιδιωτική σκέψη του ανθρώπου αλλά και την αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας. Σε μια κοινωνία όπου ο φόβος ηγεμονεύει σταδιακά οι άνθρωποι αναπτύσσουν φόβο και δισταγμό να εκφράσουν τις σκέψεις τους ακόμη και στον ίδιο τους τον εαυτό. Όντας πλέον ανίκανοι να διοχετεύσουν κάπου αυτό το αρνητικό συναισθηματικό φορτίο οδηγούνται σε μια κατάσταση εσωτερικής φίμωσης με κίνδυνο ψυχικής κατάρρευσης.
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι παράγοντες της απάθειας δεν εντοπίζονται μόνο στην εντατικοποίηση των ρυθμών ζωής, στην ήδη υπάρχουσα ιδεολογία του ατομικισμού, στην καταστολή, στην μάχη εξασφάλισης ενός βασικού μισθού , γιατί δεν μένει πλέον τίποτε άλλο να χαθεί. Η συλλογική απάθεια καθρεφτίζεται στην εσωτερική απάθεια και το αντίστροφο.
Τα media μπορεί να έχουν μια ισχυρή επίδραση στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης και κουλτούρας, δεν είναι όμως παντοδύναμα. Το πρώτο στάδιο αποδόμησής τους είναι η κατανόηση της λειτουργίας και των μηχανισμών τους. Το δεύτερο είναι συγκρότηση αντιπαραθετικών δομών που θα έχουν ως στόχο μέσω της διαμόρφωσης μια διαφορετικής κουλτούρας, να σπάσουν το μονοπώλιο του φόβου και να δημιουργήσουν την ροπή εκείνη στην κοινωνία που θα της επιτρέψει να οικοδομήσει τις αντιστάσεις που χρειάζεται και να δράσει.
Στοίχημα της αριστεράς αποτελεί το αν και κατά πόσο μπορεί να αντιληφθεί την ψυχική κατάσταση όχι ως κάτι ξέχωρο, αλλά ως μια έννοια συγκροτησιακή, που διέπει τις σκέψεις, την λειτουργία και την δράση του ανθρώπου και κατά συνέπεια της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεγύφουμε απο λογικές στείρας εκφώνησης πολιτικού λόγου και να περάσουμε σε ένα δεύτερο επίπεδο αντίληψης και πρακτικής , το οποίο θα αντιλαμβάνεται την ψυχική κατάσταση της κοινωνίας χωρίς να αναπαράγει αστικές πρακτικές λαϊκισμού και χειραγώγησης του συναισθήματος αλλά οικοδόμησης δομών οι οποίες εκτός των άλλων θα στηρίζουν και ψυχικά την κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο θα είμαστε σε θέση να αποδομήσουμε τα τεχνητά συναισθήματα φόβου και αβοηθησίας προτάσσοντας το πρότυπο μιας διαφορετικής κοινωνίας στο τώρα, όπου η εκμετάλλευση ανθρώπου προς άνθρωπο και σε υλικό και σε συναισθηματικό επίπεδο, δεν θα έχουν καμία θέση.
* Η Βάσω Γρέζιου είναι φοιτήτρια στη σχολή Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ