Έχει δίκιο ο Αντώνης ο Κάλφας. Όταν έγραφα την φράση «Βλέποντας όμως την κοινωνία να γκρεμίζεται, δεν γράφω ποιήματα» απαντώντας στον φίλο Ηλία Τσολακίδη, είχα στο νου μου την εικόνα του Νέρωνα να γράφει ωδές με τη λύρα του την ώρα που η Αρχαία Ρώμη καιγόταν, κατά την Χριστιανική παράδοση από τον ίδιο.
Ήταν βαριά η έκφραση και στην προσπάθεια απάλυνσή της έπεσα στο λάθος που επισημαίνει ο Αντώνης Κάλφας. Γιατί μας συνεπαίρνει η ταχύτητα, γιατί μας λείπει η ψυχραιμία ή η λογοτεχνική επιμέλεια.
Κατά την ιστορία πάλι και των ιστορικών επιτρεπόντων
,στον χαμό της Νέας Ρώμης, στην περίοδο της Άλωσης της Κων/πολης από τους Τούρκους και με τον κίνδυνο των Τούρκων προ των πυλών, το μεγάλο θέμα ήταν οι απαντήσεις στα ερωτήματα για το φύλο των Αγγέλων αλλά και για το πόσοι Άγγελοι χωράνε στο κεφάλι μιας καρφίτσας.
Τα ερωτήματα δεν απαντήθηκαν, η Πόλις εάλω.
Διαβάστε το κείμενο του Αντώνη Κάλφα από το http://lefteria.blogspot.gr
ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ή ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΦΑ
Πριν από λίγο καιρό, στη σχετική με την σχέση τέχνης και πολιτικής εκδήλωση («Ιδεοδρόμιο», 15/5) εξ αφορμής του ωραίου ντοκιμαντέρ του συμπατριώτη μας Γ. Κεραμιιώτη) συζητήσαμε τη συνάφεια και τις δυνατότητες της τέχνης στην εποχή μας: Πώς μπορεί δηλαδή ο καλλιτέχνης να εκφράσει με μια νέα γλώσσα τον κόσμο που τον περιβάλλει, πώς μπορεί να παρεμβαίνει στις κοινωνικές σχέσεις, πώς μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Τονίστηκε πως η σχέση αυτή είναι μια δυναμική σχέση, εφόσον η σύγχρονη τέχνη (ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, εικαστικές τέχνες, κινηματογράφος) δίνει έμφαση στη δυναμικότητα, στις δράσεις, στην αλληλεγγύη, στην επιστροφή στην πόλη, στην πολιτική κουλτούρα.
Κι αυτό γιατί η εμπειρία του ναζισμού στον εικοστό αιώνα (καταδίκη της παρακμιακής τέχνης, έμφαση στην υγεία, καταδίκη των ανιάτων, εξύμνηση του πολέμου, εξορία των «εκφυλισμένων» συγγραφέων) υπήρξε ένα όριο που η προοδευτική ανθρωπότητα οφείλει να καταδικάσει χωρίς δεύτερη σκέψη.
Γιατί τα λέω αυτά; Τα λέω διότι καμιά φορά η αντίληψη της τέχνης ως μορφής μη κοινωνικής, ή ως αντικοινωνικής δραστηριότητας ή ως οκνηρής εργασίας (θυμηθείτε το αλήστου μνήμης ρηθέν υπό του εξαφανισθέντος σήμερα Σ. Κούβελα πως «οι ποιητές είναι λαπάδες») επιστρέφει από το παράθυρο ακόμα και από ανθρώπους που υποστηρίζουν το αντίθετο: στην προσπάθειά του για παράδειγμα ο συμπαθής οικονομολόγος Αντώνης Μάντζιος να αντικρούσει τις απόψεις του Ηλία Τσολακίδη (στον οποίο πολύ σωστά απάντησε όπως και οι συνάδελφοι του 2ου ΕΠΑΛ) γράφει σε μια στιγμή οίστρου: «Βλέποντας όμως την κοινωνία να γκρεμίζεται, δεν γράφω ποιήματα» (βλ. αναρτήσεις με ημερομηνία 17 Ιουλίου).
Άλλο βεβαίως ήθελε να πει ο οικονομολόγος, ωστόσο όμως το αποτέλεσμα είναι ο ίδιος συντηρητικός λόγος: όταν υπάρχουν δηλονότι κοινωνικά προβλήματα προς επίλυση δεν ασχολούμαστε με πράγματα δευτερεύοντα, παρακατιανά, δεν φλυαρούμε, δεν γράφουμε ας πούμε ποιήματα. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα που δεν είδε ή ξέχασε ο εκπρόσωπος της «Πρωτοβουλίας πολιτών»: πως η τέχνη, η αληθινή τέχνη, έκπαλαι αλλά και στις μέρες μας επενεργεί, δραστηριοποιείται, στρατεύεται, αντιδρά—πάντοτε βέβαια με τα ίδια τα όπλα της και πάντοτε υπό τις δικές της προϋποθέσεις (ο εικοσιεφτάχρονος Διονύσιος Σολωμός έγραψε τους θαυμάσιους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» χωρίς να είναι μέσα στο Μεσολόγγι).
Έτσι λοιπόν όσοι ασκούν δημόσιο λόγο θα πρέπει να είναι προσεκτικότεροι: οι γενικολογίες, οι κοινότοπες χρήσεις των λέξεων δεν μας οδηγούν σε λογικά μονοπάτια και δεν μας βοηθούν να αντιμετωπίσουμε τη σύγχρονη κοινωνική, οικονομική και πολιτική κρίση (για την οποία επιπροσθέτως κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν κατηγορεί τους οικονομολόγους συλλήβδην).
Διαβάστε το κείμενο του Αντώνη Κάλφα από το http://lefteria.blogspot.gr
ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ή ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΦΑ
Πριν από λίγο καιρό, στη σχετική με την σχέση τέχνης και πολιτικής εκδήλωση («Ιδεοδρόμιο», 15/5) εξ αφορμής του ωραίου ντοκιμαντέρ του συμπατριώτη μας Γ. Κεραμιιώτη) συζητήσαμε τη συνάφεια και τις δυνατότητες της τέχνης στην εποχή μας: Πώς μπορεί δηλαδή ο καλλιτέχνης να εκφράσει με μια νέα γλώσσα τον κόσμο που τον περιβάλλει, πώς μπορεί να παρεμβαίνει στις κοινωνικές σχέσεις, πώς μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Τονίστηκε πως η σχέση αυτή είναι μια δυναμική σχέση, εφόσον η σύγχρονη τέχνη (ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, εικαστικές τέχνες, κινηματογράφος) δίνει έμφαση στη δυναμικότητα, στις δράσεις, στην αλληλεγγύη, στην επιστροφή στην πόλη, στην πολιτική κουλτούρα.
Κι αυτό γιατί η εμπειρία του ναζισμού στον εικοστό αιώνα (καταδίκη της παρακμιακής τέχνης, έμφαση στην υγεία, καταδίκη των ανιάτων, εξύμνηση του πολέμου, εξορία των «εκφυλισμένων» συγγραφέων) υπήρξε ένα όριο που η προοδευτική ανθρωπότητα οφείλει να καταδικάσει χωρίς δεύτερη σκέψη.
Γιατί τα λέω αυτά; Τα λέω διότι καμιά φορά η αντίληψη της τέχνης ως μορφής μη κοινωνικής, ή ως αντικοινωνικής δραστηριότητας ή ως οκνηρής εργασίας (θυμηθείτε το αλήστου μνήμης ρηθέν υπό του εξαφανισθέντος σήμερα Σ. Κούβελα πως «οι ποιητές είναι λαπάδες») επιστρέφει από το παράθυρο ακόμα και από ανθρώπους που υποστηρίζουν το αντίθετο: στην προσπάθειά του για παράδειγμα ο συμπαθής οικονομολόγος Αντώνης Μάντζιος να αντικρούσει τις απόψεις του Ηλία Τσολακίδη (στον οποίο πολύ σωστά απάντησε όπως και οι συνάδελφοι του 2ου ΕΠΑΛ) γράφει σε μια στιγμή οίστρου: «Βλέποντας όμως την κοινωνία να γκρεμίζεται, δεν γράφω ποιήματα» (βλ. αναρτήσεις με ημερομηνία 17 Ιουλίου).
Άλλο βεβαίως ήθελε να πει ο οικονομολόγος, ωστόσο όμως το αποτέλεσμα είναι ο ίδιος συντηρητικός λόγος: όταν υπάρχουν δηλονότι κοινωνικά προβλήματα προς επίλυση δεν ασχολούμαστε με πράγματα δευτερεύοντα, παρακατιανά, δεν φλυαρούμε, δεν γράφουμε ας πούμε ποιήματα. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα που δεν είδε ή ξέχασε ο εκπρόσωπος της «Πρωτοβουλίας πολιτών»: πως η τέχνη, η αληθινή τέχνη, έκπαλαι αλλά και στις μέρες μας επενεργεί, δραστηριοποιείται, στρατεύεται, αντιδρά—πάντοτε βέβαια με τα ίδια τα όπλα της και πάντοτε υπό τις δικές της προϋποθέσεις (ο εικοσιεφτάχρονος Διονύσιος Σολωμός έγραψε τους θαυμάσιους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» χωρίς να είναι μέσα στο Μεσολόγγι).
Έτσι λοιπόν όσοι ασκούν δημόσιο λόγο θα πρέπει να είναι προσεκτικότεροι: οι γενικολογίες, οι κοινότοπες χρήσεις των λέξεων δεν μας οδηγούν σε λογικά μονοπάτια και δεν μας βοηθούν να αντιμετωπίσουμε τη σύγχρονη κοινωνική, οικονομική και πολιτική κρίση (για την οποία επιπροσθέτως κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν κατηγορεί τους οικονομολόγους συλλήβδην).