λειτουργήσει σαν φρένο σε όσους γονείς φωνάζουν στα παιδιά τους. Οι επιστήμονες
διαπίστωσαν ότι ακόμη και η λεκτική βία (το να φωνάζουμε δηλαδή στα παιδιά) λειτουργεί εξίσου ίδια με τη σωματική βία και είναι πολύ πιθανόν αργότερα ως έφηβοι, τα παιδιά που υπέστησαν τέτοιου είδους βία να παρουσιάσουν προβλήματα συμπεριφοράς, να γίνουν επιθετικοί έφηβοί, ή να πέσουν σε κατάθλιψη.Πριν ξεκινήσουν την έρευνα οι επιστήμονες οριοθέτησαν τι είναι η λεκτική βία: κατέληξαν λοιπόν ότι λεκτική βία είναι η οποιαδήποτε συμπεριφορά που ασκεί τεράστια ψυχολογική πίεση στα παιδιά. Είναι η οποιαδήποτε συμπεριφορά που εκφράζεται από τους γονείς με θυμό ή με προσβλητικά λόγια και η οποία πληγώνει το παιδί. Οι δυνατές φωνές και τα ουρλιαχτά καθώς και οι βρισιές ή τα απαξιωτικά λόγια του στυλ «είσαι βλάκας, δεν καταλαβαίνεις τίποτε», «είσαι τεμπέλης», «είσαι ανάξιος να κάνεις το παραμικρό» κάνουν περισσότερο κακό και καταστρέφουν τη σχέση γονέα- παιδιού, παρά καλό.

ακόμη και όταν είναι μωρά δεν είναι καλό να φωνάζουμε
Κοινή επιστημονική ομάδα από τα πανεπιστήμια του Πίτσμπουργκ και του Μίσιγκαν με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Μινγκ Γουάνγκ, διαπίστωσαν ύστερα από μελέτη, ότι η αντίληψη που έχουν πολλοί γονείς: «δεν βαράω το παιδί μου, όταν κάνει κάτι, αλλά του φωνάζω και τα αποτελέσματα είναι ίδια», είναι λανθασμένη.
Οι επιστήμονες επί δυο έτη μελετούσαν τις επιπτώσεις που είχαν οι φωνές σε παιδιά στην αρχή της εφηβείας (ηλικία 13- 14 ετών) σε περίπου 1.000 οικογένειες, σχεδόν οι μισές από τις οποίες παραδέχτηκαν ότι κατέφευγαν στη λεκτική βία για λόγους πειθαρχίας. Όσο συχνότερες και πιο έντονες ήταν οι φωνές του γονέα προς το παιδί, τόσο περισσότερο στην διάρκεια της εφηβείας εμφανιζόντουσαν προβλήματα συμπεριφοράς. Τα παιδιά στα οποία φώναζαν οι γονείς τους γίνονταν επιθετικά, έπαιζαν ξύλο στο σχολείο, ήταν αδιάφορα για τα μαθήματα, έλεγαν ψέματα ενώ παρουσίαζαν και πιο ακραίες συμπεριφορές, που άγγιζαν τα όρια του νόμου (πχ. κλοπές)

όταν δε, φτάσουν στην εφηβεία, θα μιλάμε θα φωνάζουμε και θα αδιαφορούν
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι το να φωνάζουμε στα παιδιά μας ακόμη και όταν αυτό έχει κάποια βάση και γίνεται για το καλό τους, προκαλεί αντιδράσεις στην ψυχολογία τους και μακροπρόθεσμα η κατάσταση να γίνεται χειρότερη για όλους. «Αυτό εξηγεί επίσης και το γεγονός πως μερικοί γονείς όσο δυνατά κι αν φωνάξουν, τα παιδιά τους στην εφηβεία δεν τους ακούν. Τα σκληρά λόγια φαίνονται αναποτελεσματικά στο να διορθώσουν τα προβλήματα συμπεριφοράς των νέων, στην πραγματικότητα ενισχύουν αυτές τις συμπεριφορές», δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας Μινγκ Γουάνγκ και συνέχισε: «Οι γονείς που θέλουν να αλλάξουν τη συμπεριφορά των παιδιών τους, θα ήταν καλύτερο να επικοινωνήσουν μαζί τους σε ισότιμο επίπεδο και να εξηγήσουν το σκεπτικό τους και τις ανησυχίες τους, παρά να επιβάλλονται δια της φωνής τους»
ακόμη και όταν είναι μωρά δεν είναι καλό να φωνάζουμε
Κοινή επιστημονική ομάδα από τα πανεπιστήμια του Πίτσμπουργκ και του Μίσιγκαν με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Μινγκ Γουάνγκ, διαπίστωσαν ύστερα από μελέτη, ότι η αντίληψη που έχουν πολλοί γονείς: «δεν βαράω το παιδί μου, όταν κάνει κάτι, αλλά του φωνάζω και τα αποτελέσματα είναι ίδια», είναι λανθασμένη.
Οι επιστήμονες επί δυο έτη μελετούσαν τις επιπτώσεις που είχαν οι φωνές σε παιδιά στην αρχή της εφηβείας (ηλικία 13- 14 ετών) σε περίπου 1.000 οικογένειες, σχεδόν οι μισές από τις οποίες παραδέχτηκαν ότι κατέφευγαν στη λεκτική βία για λόγους πειθαρχίας. Όσο συχνότερες και πιο έντονες ήταν οι φωνές του γονέα προς το παιδί, τόσο περισσότερο στην διάρκεια της εφηβείας εμφανιζόντουσαν προβλήματα συμπεριφοράς. Τα παιδιά στα οποία φώναζαν οι γονείς τους γίνονταν επιθετικά, έπαιζαν ξύλο στο σχολείο, ήταν αδιάφορα για τα μαθήματα, έλεγαν ψέματα ενώ παρουσίαζαν και πιο ακραίες συμπεριφορές, που άγγιζαν τα όρια του νόμου (πχ. κλοπές)
όταν δε, φτάσουν στην εφηβεία, θα μιλάμε θα φωνάζουμε και θα αδιαφορούν
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι το να φωνάζουμε στα παιδιά μας ακόμη και όταν αυτό έχει κάποια βάση και γίνεται για το καλό τους, προκαλεί αντιδράσεις στην ψυχολογία τους και μακροπρόθεσμα η κατάσταση να γίνεται χειρότερη για όλους. «Αυτό εξηγεί επίσης και το γεγονός πως μερικοί γονείς όσο δυνατά κι αν φωνάξουν, τα παιδιά τους στην εφηβεία δεν τους ακούν. Τα σκληρά λόγια φαίνονται αναποτελεσματικά στο να διορθώσουν τα προβλήματα συμπεριφοράς των νέων, στην πραγματικότητα ενισχύουν αυτές τις συμπεριφορές», δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας Μινγκ Γουάνγκ και συνέχισε: «Οι γονείς που θέλουν να αλλάξουν τη συμπεριφορά των παιδιών τους, θα ήταν καλύτερο να επικοινωνήσουν μαζί τους σε ισότιμο επίπεδο και να εξηγήσουν το σκεπτικό τους και τις ανησυχίες τους, παρά να επιβάλλονται δια της φωνής τους»
http://www.invitromagazine.gr/