Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Χρήστος Κάτσικας: Επιχείρηση μετάλλαξης των εκπαιδευτικών




Το τελευταίο χρονικό διάστημα, μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2015, υπάρχει μια προσπάθεια από τη νέα ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να πείσει ότι διευρύνει τα δικαιώματα του Συλλόγου διδασκόντων κυρίως μέσα από τη δυνατότητα να «επιλέγει» τους διευθυντές αλλά κυρίως να έχει ρόλο στο αναλυτικό πρόγραμμα (παιδαγωγική αυτονομία), καθώς και στην ανάληψη πρωτοβουλιών για την εξεύρεση πόρων πέρα από τη δημόσια χρηματοδότηση.

Η επιχείρηση αυτή του Υπουργείου Παιδείας, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, επενδύθηκε επικοινωνιακά με διακηρύξεις που συνέδεαν τις αλλαγές με ρεφορμιστικές προτάσεις της ΟΛΜΕ και της εκπαιδευτικής συνιστώσας του κυβερνώντος κόμματος.

Ας δούμε όμως τις παρεμβάσεις του Υπουργείου Παιδείας στον τομέα αυτό με μια σειρά

Η επιλογή των διευθυντών

Το πρώτο εξάμηνο του 2015 πολλή κουβέντα έγινε στα σχολεία για τον τρόπο επιλογής των διευθυντών σχολικών μονάδων. Το Υπουργείο Παιδείας πρόκρινε μια διαδικασία που προέβλεπε την μοριοδότηση των τυπικών προσόντων (χρόνια υπηρεσίας, πτυχία, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες κλπ) των υποψηφίων διευθυντών και αμέσως μετά συνεδριάσεις των συλλόγων διδασκόντων και διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας καθώς ένα μέρος του συνόλου των μορίων, οι υποψήφιοι, θα το ελάμβαναν με βάση τα αποτελέσματα αυτής της ψηφοφορίας.

Η συμμετοχή του συλλόγου διδασκόντων, όπου με την ψήφο του ο κάθε εκπαιδευτικός αξιολογεί τους υποψήφιους διευθυντές, φαντάζει, χωρίς αμφιβολία, για ένα μεγάλο μέρος εκπαιδευτικών, ως μια δυνατότητα, να πριμοδοτηθούν ή να τιμωρηθούν κάποιοι από τους υποψήφιους.

Είναι αλήθεια ότι την περίοδο πριν από αυτή την αλλαγή, η συντριπτική πλειονότητα των εκπαιδευτικών, βίωσαν έναν αφόρητο αυταρχισμό, μια μόνιμη απειλή, η οποία ξεκινούσε από το Υπουργείο Παιδείας και μέσω των Περιφερειακών Διευθυντών και των Προϊσταμένων των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης «χαράκωνε» τον εκπαιδευτικό κόσμο. Οι τελικοί ιμάντες μεταβίβασης και υλοποίησης των αντιεκπαιδευτικών πολιτικών, του κλίματος αυθαιρεσιών και εκβιασμών, των «εντέλλεσθε», ήταν η μεγάλη πλειονότητα των Διευθυντών των σχολικών μονάδων οι οποίοι, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν δίστασαν, υιοθετώντας ακόμη και άνωθεν προφορικές εντολές, να πιέσουν και να αστυνομεύσουν τους συναδέλφους τους.

Η κατάσταση αυτή, η οποία είχε αφήσει ζωντανά ακόμη τα αποτυπώματά της, πριμοδότησε μια θετική αποδοχή της πρότασης για εκλογή (έστω μερική) των διευθυντών από το σύλλογο διδασκόντων ενώ, δεν ήταν λίγοι, εκείνοι που υποστήριζαν (και συνεχίζουν να υποστηρίζουν) το πόσο αυτός ο τρόπος επιλογής ήταν ένα γενναίο βήμα μπροστά σε σχέση μ' αυτό το προηγούμενο, «αδιαφανές» σύστημα της προσωπικής συνέντευξης.

Κάποιοι πιο επιφυλακτικοί, που παραδέχονται ότι σίγουρα υπάρχουν κάποια προβλήματα και σε αυτή τη διαδικασία, γρήγορα καταλήγουν ότι την προτιμούν ως το μικρότερο κακό.

«Το μικρότερο κακό», λοιπόν! Η πιο πετυχημένη πονηριά της λογικής του μικρότερου κακού είναι να μας πείσει ότι δεν υπάρχει καθόλου το κακό. Το βέβαιο είναι πως το μικρότερο κακό δεν συνιστά καλό.

Όλες αυτές οι κουβέντες ξεστρατίζουν από τα πραγματικά και φλέγοντα ζητήματα της εκπαίδευσης καθώς εστιάζουν τη ματιά τους στο δέντρο, χάνοντας το δάσος. Και αυτό γιατί, στην πραγματικότητα, αυτό που πρέπει να εξετάσουμε είναι το αν αυτή η διαδικασία είναι μια μορφή που ανοίγει δρόμους στη δημοκρατική λειτουργία των συλλόγων διδασκόντων ή απλά νομιμοποιεί το υπάρχον σύστημα. Αντί, δηλαδή, να μιλάμε για τις αλλαγές στη διοίκηση των σχολείων, την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας του σχολείου προς το δημοκρατικότερο δηλαδή, φτάσαμε να συζητάμε για τον τρόπο επιλογής «στελεχών», τα οποία θα διοικήσουν στο ίδιο το παλιό πλαίσιο.

Έτσι, πάνω ακόμη και από τον τρόπο που θα γίνονται οι επιλογές των Διευθυντών ή των Προϊσταμένων, πέρα ακόμη και από τα πρόσωπα, το κυριότερο ζήτημα παραμένει η φιλοσοφία και το ιεραρχικό πλέγμα της διοίκησης που «οικοδομεί» στελέχη τα οποία καλούνται να εφαρμόσουν μια πολιτική που «γδέρνει» την ήδη ρημαγμένη εκπαιδευτική γη.

Από την άποψη αυτή, το ποιος και πώς επιλέγεται στη θέση του στελέχους έχει μια σημασία, ωστόσο μεγαλύτερη σημασία έχει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των στελεχών εκπαίδευσης και η πολιτική που θα υπηρετήσει.

Στην περίπτωση που το νομοθετικό «πατρόν» των καθηκόντων δεν αλλάξει, στην περίπτωση που η εκπαίδευση συνεχίσει να «ζυμώνεται» με την άθλια μαγιά των μνημονιακών (και όχι μόνο) αντιεκπαιδευτικών νόμων, στην περίπτωση που το σχολείο των περικοπών, του αυταρχισμού και του φθηνού εκπαιδευτικού παραμένει ζώσα πραγματικότητα, τότε δεν θα έχουμε τίποτε περισσότερο από ένα αριστερό ένδυμα σε ένα δεξιό σώμα». Και αυτό είναι εξόχως επικίνδυνο καθώς αφενός πριμοδοτεί αυταπάτες, τροφοδοτεί έναν αποπροσανατολισμό από τα βασικά αιτήματα του μισθού, του ωραρίου, της χρηματοδότησης, των υποδομών, της σύνταξης, της δημοκρατίας, κλπ και βεβαίως, μεταφέρει έντεχνα τα προβλήματα της σχολικής μονάδας στο εσωτερικό της, στους εκπαιδευτικούς που θα διασπαστούν αντικειμενικά σε "στρατόπεδα" και όχι σ' αυτούς που έχουν την ευθύνη.

Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσουμε οφείλουμε να κάνουμε μια παρατήρηση. Λέγοντας τα παραπάνω καθόλου μα καθόλου δεν κλείνουμε τα μάτια στο γεγονός ότι η μέχρι τώρα πρακτική στις κρίσεις των στελεχών της εκπαίδευσης ήταν η άμεση και δραστική εμπλοκή και παρέμβαση της εκάστοτε Κυβέρνησης η οποία έσπευδε πάντα να στελεχώσει τη διοίκηση της εκπαίδευσης με τα δικά της παιδιά, για να μπορεί να ελέγχει την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στην εκπαίδευση.

Ωστόσο, και στη νέα διαδικασία, το κυρίαρχο ζήτημα παραμένει το ιεραρχικό πλέγμα της διοίκησης, το θεσμικό πλαίσιο που υποβαθμίζει τις αρμοδιότητες των συλλόγων διδασκόντων, και η κατεύθυνση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Όσο αυτά δεν αλλάζουν πρόσημο, ελάχιστα μπορεί να συνεισφέρει στη δημοκρατική λειτουργία της εκπαίδευσης ο τρόπος επιλογής των Διευθυντών των σχολικών μονάδων. Και αυτή η διαπίστωση «κάνει μπαμ», ιδιαίτερα σε περιόδους περικοπών, χειραγώγησης και ασφυκτικού ελέγχου.

Σύλλογος εκπαιδευτικών και αυτονομία

Παράλληλα, στα πλαίσια του λεγόμενου εθνικού διαλόγου για την εκπαίδευση έγιναν αναφορές, από τη μεριά της κυρίαρχης πολιτικής, και σε αλλαγές στο αναλυτικό πρόγραμμα.

«Το αναλυτικό πρόγραμμα δεν είναι ανάγκη να είναι τόσο πολύ αναλυτικό και γι αυτό το λόγο -εδώ θα βοηθήσει το Εθνικό Πλαίσιο γιατί θα δίνει οδηγό – και να βάλουμε μια ζώνη που θα είναι τουλάχιστον το 1/3 του χρόνου των παιδιών, στην οποία θα υπάρχει μια ζώνη αυτονομίας, μια ζώνη συνεργασίας, διαθεματική ζώνη ή ζώνη έρευνας, όπου τα παιδιά δεν θα είναι απλώς οι παθητικοί αποδέκτες της γνώσης – δεν το θέλουμε σε καμία περίπτωση ούτε στα άλλα μαθήματα – όπου ο στόχος θα είναι οι μαθητές να γίνουν οι μικροί ερευνητές, αυτοί που θα ανακαλύψουν τη γνώση» δήλωσε ο Πρόεδρος του λεγόμενου Εθνικού διαλόγου κ. Λιάκος (ο οποίος "λειτουργεί" σαν προκεχωρημένο φυλάκιο της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής αλλά και σαν "λαγός" της.

Αν δει κανείς κάτω από την επιφάνεια όσων, με λουστραρισμένο τρόπο", αποτυπώθηκαν στα πλαίσια του παραπάνω "διαλόγου" αυτό που επιχειρείται είναι η επιχείρηση διαφοροποίησης των σχολείων, ένα στόχο που συναντάμε αυτούσιο στις προγραμματικές δηλώσεις για την Παιδεία της Άννας Διαμαντοπούλου το 2009 και του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου του 2012 και που αποτελεί κεντρική κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ. Μάλιστα τον Αύγουστο του 2014, ο τότε υπουργός Παιδείας κ. Ανδρέας Λοβέρδος, πρότεινε να δοθεί αυτονομία στην επιλογή προγραμμάτων στο 10% του προγράμματος κάθε τάξης και μάλιστα κοινοποίησε την πρωτοβουλία του στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής από το οποίο ζήτησε εισήγηση για την υλοποίηση της μερικής αυτονομίας των σχολικών μονάδων.

Πίσω από τα πομπώδεις διακηρύξεις των επιτελών της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής, όταν κάνουν λόγο για δυνατότητα της σχολικής μονάδας να διαμορφώνει το πρόγραμμά της, για αυτονομία, αναδιάταξη του αναλυτικού προγράμματος κλπ, ξεπροβάλλει μια εκπαίδευση και ένα σχολείο αντίστοιχο με τις οικονομικές και κοινωνικοταξικές συνθήκες της περιοχής του, που θα διαφοροποιείται κατά περιφέρεια ανάλογα με τις επιδιώξεις της αγοράς και τις κατευθύνσεις των επιχειρήσεων.

Οι σύλλογοι εκπαιδευτικών ως κυνηγοί πόρων

Ακόμη, όμως, πιο ενδιαφέρον είναι όσα προτείνονται στην «Έκθεση» για την αυτονομία των σχολείων. Γράφει, λοιπόν: «Η αυτονομία αυτή διαρθρώνεται στους εξής τομείς: α. Παιδαγωγική / διδακτική αυτονομία, β. Διοικητική αυτονομία, γ. Οικονομική αυτονομία».

Και παρακάτω εξηγεί: «Η παιδαγωγική αυτονομία αφορά τη μεγαλύτερη συμμετοχή των εκπαιδευτικών στα προγράμματα σπουδών, στις διδακτικές μεθόδους, στην επιλογή του εκπαιδευτικού υλικού, την επιλογή του τρόπου αξιολόγησης των μαθητών, κ.λπ. Η διοικητική αυτονομία, σχετίζεται με την έννοια της αποκέντρωσης, όπου οι διαφορετικές εκπαιδευτικές περιφέρειες έχουν την υποχρέωση να προσαρμόσουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ανάλογα με το επίπεδο αυτονομίας που τους προσφέρεται, τις βασικές εκπαιδευτικές πολιτικές οι οποίες εκπορεύονται από το Υπουργείο Παιδείας. Η οικονομική αυτονομία, αναφέρεται στη δυνατότητα που δίνεται στη σχολική μονάδα να διαχειριστεί τους πόρους της ή να αναζητήσει πρόσθετους».

Να λοιπόν που καταλήγει η αυτονομία: Όταν η «Έκθεση» κάνει αναφορά στην παιδαγωγική αυτονομία καθόλου δεν εννοεί την προσπάθεια του εκπαιδευτικού να σκύψει στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε μαθητή. Αντίθετα αν «ξύσουμε» τα «καλολογικά» στοιχεία που στοχεύουν σε ωραιοποιήσεις και σε εξαγορά της συναίνεσης της κοινής γνώμης, περνάμε στο διαφοροποιημένο σχολείο της περιφέρειας και καταλήγουμε στο πολυδιασπασμένο, φθηνό και ευέλικτο σχολείο της αγοράς που αναγνωρίζει τη δημόσια υποχρηματοδότηση ενώ την ίδια στιγμή που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες οι οποίες οφείλουν να δίνουν τη δυνατότητα να αναζητήσουν και να εξασφαλίσουν πόρους τόσο από εξωτερικές όσο και από εσωτερικές πηγές. Δηλαδή, όπως λέει και ένα σύνθημα στους τοίχους από «γονείς – πελάτες και άλλους συγγενείς»!

http://www.efsyn.gr/arthro/epiheirisi-metallaxis-ton-ekpaideytikon