Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Τι θα μπορούσε να σημαίνει αριστερή οικονομική πολιτική. Του Μισέλ Ισόν



Η παρούσα οικονομική και πολιτική κατάσταση μπορεί να εξηγηθεί με βάση το χάσμα που χωρίζει το βάθος της κρίσης και τα βασικά αξιώματα της οικονομικής πολιτικής. Η κρίση είναι 
βαθιά, το αναγνωρίζει όλος ο κόσμος, αλλά χωρίς να υπολογίζεται πραγματικά η έκτασή της και οι συνέπειες αυτής της έκτασης.

Η κρίση αυτή είναι πρώτα απ’ όλα μια σημαντική και αμετάκλητη απώλεια παραγωγής, απασχόλησης και παραγωγικότητας, με λίγα λόγια μια διαρκής παρέκκλιση σε σύγκριση με την προηγούμενη πορεία. Σ’ αυτό το γεγονός πρέπει να προσθέσουμε ότι οι εισοδηματίες δεν έχουν «αναλάβει τις απώλειές τους» και ότι έτσι έχει σωρευτεί ένας σημαντικός όγκος χρεών. Αν το εξετάσουμε πιο βαθειά, η κρίση αυτή είναι, επίσης, κρίση ενός ειδικού τρόπου λειτουργίας του καπιταλισμού, στον οποίο είναι δύσκολο να θεωρήσουμε ότι μπορούμε να επιστρέψουμε. Οι πολιτικές που ακολουθούνται σήμερα στην Ευρώπη, αποσκοπούν, ωστόσο, στην επαναφορά με τη βία αυτού του τρόπου λειτουργίας: με αφορμή την κρίση περνούν δομικές μεταρρυθμίσεις, που ισοδυναμούν με μια διπλή οπισθοδρόμηση, από την άποψη των κοινωνικών δαπανών και από την άποψη του καθεστώτος της μισθωτής εργασίας.

Απέναντι σ’ αυτή τη θεραπεία-σοκ θα μπορούσε να προταθεί μια βιώσιμη εναλλακτική εκδοχή ή τουλάχιστον μια τακτική αποφυγής της με σοσιαλφιλελεύθερο προσανατολισμό; Κάτι τέτοιο επιχειρούσε το σχέδιο Ολάντ πριν από την υποτιθέμενη στροφή του στις αρχές του 2014, και στηριζόταν σε δύο ουσιαστικά αξιώματα: ποντάρουμε τα πάντα στην επανεκκίνηση της οικονομικής μεγέθυνσης και, ταυτόχρονα, επιδιώκουμε τη δημοσιονομική ισορροπία.

Οι υποστηρικτές αυτής της αντίληψης είναι πεπεισμένοι ότι η οικονομική μεγέθυνση είναι το μόνο μέσο που μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και το προαπαιτούμενο για κάθε αναδιανομή του πλούτου (…)

Ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορούσε να προχωρήσει, για τον απλούστατο λόγο ότι τα δύο αυτά αξιώματα δεν συμβιβάζονται: η οικονομική μεγέθυνση απομακρύνεται, στο βαθμό που επιβάλλεται η δημοσιονομική λιτότητα. Πρόκειται για ένα γεγονός αναμφισβήτητο σήμερα.

Ας αρχίσουμε από τους στόχους

Το θεμελιώδες ερώτημα είναι το ακόλουθο: πώς μια κυβέρνηση της αριστεράς θα μπορούσε να εφαρμόσει μια πραγματική αριστερή πολιτική; Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το προκαταρτικό ερώτημα, χρειάζεται μια διαφορετική «στροφή», δηλαδή να προσδιορίσουμε μια τέτοια πολιτική με βάση τους στόχους της μάλλον, παρά σαν ένα πιο «κοινωνικό» τύπο προσαρμογής στους καταναγκασμούς που έχουμε ήδη αποδεχτεί. Χρειάζεται, λοιπόν, να αντιστρέψουμε τα πράγματα, τους σκοπούς και τα μέσα, και να πούμε ποιοι θα έπρεπε να είναι οι στόχοι μιας τέτοιας πολιτικής.

Θα μπορούσαμε να τους συνοψίσουμε ως εξής: να εξασφαλιστεί για όλους και όλες δουλειά και /ή αξιοπρεπές εισόδημα, πρόσβαση σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και διαβίωση σε ένα αξιοπρεπές πλανητικό περιβάλλον. Αντί να φετιχοποιούμε τους καταναγκασμούς και τα εργαλεία, είναι πολύ καλύτερη η μέθοδος που ξεκινάει από το προσδιορισμό των στόχων και συνεχίζει με την αξιοποίηση όλων των μέσων που διαθέτει η πολιτική εξουσία, για να τους πετύχουμε. Μια σειρά κανόνων θα χρειαστεί να αναθεωρηθούν από αυτή τη σκοπιά, είτε πρόκειται π.χ. για την έξοδο από την ευρωζώνη είτε για τη δημοσιονομική ισορροπία: ούτε το ένα ούτε το άλλο θα μπορούσε να αποτελεί αυτοσκοπό.

Πρώτα η απασχόληση

Μπορούμε να ξετυλίξουμε αυτή τη λογική εκκινώντας από το κεντρικό σήμερα ζήτημα, την απασχόληση. Από την άποψη αυτή το μέλλον είναι σκοτεινό: σύμφωνα με την Κομισιόν, η πορεία της ανεργίας παραμένει σε υψηλά επίπεδα στο σύνολο της ευρωζώνης: από 12,1% το 2013 σε 11,7% το 2015. Δεν φαίνεται πώς μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες θα μπορούσε να σημειωθεί σημαντική υποχώρηση της μαζικής ανεργίας τα επόμενα χρόνια. Η αριστερά θα μπορούσε να μετατρέψει την επιστροφή στην πλήρη απασχόληση σε προτεραιότητα των προτεραιοτήτων.

Τα δύο πιθανά πεδία στα οποία θα μπορούσε να δοθεί η μάχη της απασχόλησης βρίσκονται σε αντίθεση με το πνεύμα των καιρών: μείωση του χρόνου εργασίας και το κράτος ως εργοδότης τελευταίας προσφυγής. Αυτό το τελευταίο πεδίο γίνεται ξανά αντικείμενο συζητήσεων χάρη στις προτάσεις Μίνσκι. Ο Μίνσκι έχει επικρίνει αυστηρά το αξίωμα ότι «η οικονομική μεγέθυνση είναι επιθυμητή και ρυθμίζεται μέσω των ιδιωτικών επενδύσεων». Το αξίωμα αυτό αρνείται το αληθινό μήνυμα του Κέινς, ο οποίος υποστήριζε ότι «το πραγματικά θεμελιώδες πρόβλημα είναι να προσφέρουμε μια θέση εργασίας στον καθένα». Και εξηγούσε ότι «η εργατική δύναμη του συνόλου των ανέργων είναι ένα δυναμικό διαθέσιμο για την αύξηση του εθνικού πλούτου, γι’ αυτό θα ήταν τρελό να πιστεύουμε ότι θα προκαλούσαμε οικονομικά ερείπια, αν επιχειρούσαμε να του προσφέρουμε απασχόληση και ότι είναι πιο λογικό να διαιωνίζουμε την αποχή του από τη δράση».

Αν θέλουμε την πλήρη απασχόληση ως στόχο, θα πρέπει να πραγματοποιήσουμε μια γόνιμη στροφή, που θα προσιδίαζε στις χώρες που έχουν περισσότερο πληγεί από την κρίση. Μια πρόσφατη μελέτη για την Ελλάδα συγκρίνει διάφορες στρατηγικές εξόδου από την κρίση («σχέδιο Μάρσαλ», μορατόριουμ για την καταβολή τόκων του χρέους, έκδοση νέων τίτλων για το χρέος) και δείχνει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη χαμηλή ελαστικότητα ως προς τις τιμές που παρουσιάζει το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο, η καλύτερη στρατηγική είναι του κράτους εργοδότη τελευταίας προσφυγής. Έχει «άμεσα αποτελέσματα στο βιοτικό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα μειώνει τις επιπτώσεις στο εξωτερικό χρέος» (Pavlina R. Tserneva, «Fullemployment: The Road not Taken» και D. Papadimitriou, M. Nikiforos, E. Zezza, «Prospect, and polities for the greek economy»).

Βέβαια, αυτό προϋποθέτει αντιστροφή της καπιταλιστικής λογικής, σύμφωνα με την οποία, για να είσαι απασχολήσιμος, πρέπει να αποφέρεις κέρδος. Αυτό λένε οι κυρίαρχες αναλύσεις περί ανεργίας: η ανεργία εξηγείται ως αποτέλεσμα του πολύ υψηλού σε σχέση με την ατομική παραγωγικότητα των λιγότερο ειδικευμένων εργατών «κόστους εργασίας», ή σε σχέση με τα επίπεδα ημερομισθίων που επικρατούν στην παγκόσμια αγορά.

Από αυτή την άποψη, η ελάφρυνση των «βαρών» αποβλέπει στο να καταστήσει αποδοτικούς, συνεπώς και απασχολήσιμους, ένα μέρος των υποψήφιων προς απασχόληση. Όμως, η δυνατότητα δημιουργίας θέσεων με αυτού του τύπου τα μέτρα είναι πολύ μικρή και κοστίζει ακριβά, δηλαδή δεν έχει αποτελέσματα. Η εφαρμογή της αρχής του κράτους εργοδότη τελευταίας προσφυγής, αντίθετα, ξαναβάζει τα πράγματα στη θέση τους: από τη μια υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που αναζητούν μια θέση εργασίας, και από την άλλη υπάρχουν ανάγκες προς ικανοποίηση. Γιατί θα έπρεπε η κοινωνία να αγνοήσει αυτή την πραγματικότητα;

Ένας πρόχειρος υπολογισμός δείχνει ότι στη Γαλλία ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας με μέσο μισθό θα κόστιζαν στο κράτος 16,4 δισ. ευρώ, ποσό που δεν συγκρίνεται με τα 30 δισ. ευρώ που παρέχονται στις επιχειρήσεις χωρίς καμία εγγύηση ότι θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.

Μια δεύτερη μεγάλη στροφή θα ήταν η επανασύνδεση με το στόχο της μείωσης του χρόνου εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Η μείωση της διάρκειας της εργασίας, σε αντίθεση με όσο λένε οι εργοδότες, έχει δείξει ότι μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα. Περίπου δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν μεταξύ 1997 και 2002 στη Γαλλία και η καμπύλη απασχόλησης διέγραψε μια θεαματική ανοδική πορεία, η οποία δεν αναστράφηκε έκτοτε.

Η μελαγχολία της σοσιαλδημοκρατίας

Ουτοπίες, προχειρότητες, πολιτικές ακροβασίες: με τέτοιους χαρακτηρισμούς αντιμετωπίζονται σήμερα παρόμοιες προτάσεις. Σε όσους αντιδρούν με τόσο προβλέψιμο τρόπο, τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα: γιατί αυτά που λειτούργησαν επί δεκαετίες –η αναζήτηση της πλήρους απασχόλησης και η μείωση του χρόνου εργασίας– εμφανίζονται σήμερα σαν στόχος που δεν γίνεται να πετύχει κανείς; Γιατί τα πεδία αυτά, που σε άλλες εποχές χαρακτηρίστηκαν ρεφορμιστικά ή σοσιαλδημοκρατικά, θεωρούνται σήμερα σούπερ ριζοσπαστικά;

Για να εξηγήσουμε αυτό το παράδοξο, θα χρειαζόταν να κάνουμε μια βαθύτερη ανάλυση της κρίσης και της περιόδου που προηγήθηκε. Θα μπορούσαμε να τη σκιαγραφήσουμε ως εξής: Από τα μέσα της δεκαετίας 1970 η παραγωγικότητα σημείωσε μεγάλη επιβράδυνση. Τα υψηλά ποσοστά παραγωγικότητας είχαν επιτρέψει την εφαρμογή ενός καπιταλισμού ρυθμιζόμενου και πρόσφορου για αναδιανομή της αυξημένης λόγω υψηλής παραγωγικότητας παραγωγής πλούτου, με τη μορφή της δημιουργίας θέσεων εργασίας, μείωση χρόνου εργασίας και ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους.

Όταν η πηγή στέρεψε, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δεν είχε παρά να καταφύγει στη συμπίεση του μεριδίου των μισθών, στην άνοδο της επισφαλούς εργασίας και στην αποδόμηση του κοινωνικού κράτους. Η κρίση προκάλεσε την έκρηξη αυτού του θεμελιωδώς ασταθούς σχήματος και έριξε τις κοινωνίες στο τέλμα της χρόνιας ύφεσης, που συνοδεύεται από την ένταση των ανισοτήτων, την εγκύτωση της μαζικής ανεργίας και το διαβρωτικό αποτέλεσμα των λεγόμενων διαρθρωτικών αλλαγών. Αυτή η μείωση της παραγωγικότητας συνεπάγεται εκτός των άλλων και τη διαρκή υποχώρηση του εδάφους της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς η υλική βάση της περιορίζεται δραστικά.

Πρέπει να διαλέξουμε

Βρισκόμαστε σ’ ένα σταυροδρόμι. Πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα σε μια «παραμετρική» διαχείριση της κατάστασης που μας κληροδότησαν οι νεοφιλελεύθερες δεκαετίες και μια συστημική στροφή προς ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Ο πραγματικός μοχλός που επιτρέπει το πέρασμα από τον ένα προσανατολισμό στον άλλο, είναι μια σημαντική τροποποίηση της διανομής του εισοδήματος και όχι η φανταστική αναζήτηση ενός υψηλού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης. Αν πάρουμε υπόψη τη νεοφιλελεύθερη θεώρηση, δεν υπάρχει οποιαδήποτε εγγύηση ότι θα υπάρξει επιστροφή σε μια οικονομική μεγέθυνση που θα οδηγήσει σε μια πιο ισότιμη διανομή. Η εμπειρία δείχνει ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων ενός μικρού κοινωνικού στρώματος να αντλεί από το σύνολο του πλούτου είναι καθεαυτή παράγοντας υφεσιακός.
Το ζήτημα της διανομής είναι ζήτημα- κλειδί που αναφέρεται στους δύο μοχλούς δημιουργίας θέσεων εργασίας που υποδείξαμε πιο πάνω. Βιωσιμότητα της μείωσης του χρόνου εργασίας σημαίνει ότι δεν αφήνουμε άθικτο το ζήτημα της οικειοποίησης της αύξησης της παραγωγικότητας από τους εισοδηματίες: η δημιουργία εκ του μηδενός δημόσιων θέσεων εργασίας συνεπάγεται φορολογική μεταρρύθμιση και χρηματοδότηση του δημόσιου ελλείμματος εκτός χρηματοπιστωτικών αγορών.

Αλλά το πιο αποφασιστικό κριτήριο είναι η ενσωμάτωση της οικολογικής προοπτικής. Θα έπρεπε να είναι σαφές από αυτή την άποψη ότι ο «σοσιαλισμός της προσφοράς» δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτό το κριτήριο. Δίνοντας προτεραιότητα στην ανταγωνιστικότητα και δημοσιονομική ισορροπία, η αντίληψη αυτή κλείνει το δρόμο της δημόσιας χρηματοδότησης των επενδύσεων που είναι χρήσιμες και δίνει προτεραιότητα σε ένα αμφίβολο σχέδιο ανάκτησης μεριδίων της αγοράς που έχουν χαθεί. Η προτεραιότητα στην απασχόληση που υποδείξαμε πιο πάνω είναι συμβατή με την αναγκαία στροφή προς ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης λιγότερο παραγωγίστικο και περισσότερο επικεντρωμένο στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Δεν οδηγεί αναγκαστικά στην αποανάπτυξη, αλλά δίνει διαφορετικό περιεχόμενο στην οικονομική μεγέθυνση.

Οι αναγκαίες ρήξεις

Για να πραγματοποιηθεί ένας τέτοιος αναπροσανατολισμός και η από τα πάνω έξοδος από την κρίση, θα έπρεπε «να γίνει αποδεκτή η μείωση της αποδοτικότητας των τοποθετούμενων κεφαλαίων, δηλαδή η αποδοτικότητα του κεφαλαίου», για να επαναλάβουμε μια γνωστή διατύπωση του Πατρίκ Αρτίς. Η αρχή αυτή, αφηρημένη μεν αλλά βαθύτατα δίκαιη, μας επιτρέπει να υπολογίσουμε το μέγεθος της πρόκλησης. Θα μπορούσαμε να την αποφύγουμε επαναλαμβάνοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει εναλλακτική λύση, αν δεν αρθεί η υποθήκη του χρέους και αν αφήσουμε άθιχτη τη διανομή των εισοδημάτων. Οι αναγκαίες ρήξεις έχουν δύο κύριους στόχους, που κατά βάθος είναι ένας: πρέπει να θίξουμε τα σωρευμένα προνόμια ενός μικρού κοινωνικού στρώματος, τα οποία χαίρουν οιονεί συνταγματικής κατοχύρωσης από τους θεσμούς και τις ευρωπαϊκές συνθήκες.

Χρειάζεται να διακρίνουμε δύο πλευρές του ζητήματος. Από τη μια, μπορούμε δικαιολογημένα να θεωρήσουμε ότι αυτές οι ρήξεις βρίσκονται εντελώς έξω από τις δυνατότητες της παρούσας πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας. Αν, όμως, τέτοιου τύπου ρήξεις δεν ξεκινήσουν, τότε επίσης δικαιολογημένα πρέπει να σκεφτούμε ότι η προοπτική των ετών που έρχονται θα είναι η μαζική ανεργία και η κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Το βασικό όριο του σοσιαλφιλελευθερισμού είναι το ακόλουθο: αρνείται να προχωρήσει στις αναγκαίες ρήξεις, γιατί θα συνεπάγονταν ένα βαθμό κοινωνικής σύγκρουσης, που δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει. Και ο καπιταλισμός δεν αποκομίζει πια (τουλάχιστο στην Ευρώπη) κέρδη από την παραγωγικότητα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας.

Ένα πρόγραμμα «τριών επιπέδων»

Μπορούμε, λοιπόν, να σκιαγραφήσουμε σε χοντρές γραμμές ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού, που θα έπρεπε να πάει πολύ πιο πέρα από μια «πολιτική της ζήτησης», δηλαδή ενίσχυσης της ζήτησης. Είναι ένας συνδυασμός τριών «επιπέδων». Το πρώτο επίπεδο είναι η ρήξη με τρεις στόχους: να εξασφαλιστούν τα μέσα που χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική, για να προστατευτεί από αντίποινα που μπορούν να προβλεφθούν, να αντιμετωπιστούν τα πλήγματα που έχει επιφέρει η κρίση και, τέλος, να οικοδομηθεί μια διπλή νομιμοποίηση. Κοινωνική, με την άμεση βελτίωση των όρων ζωής της πλειοψηφίας δίνοντας προτεραιότητα στα χαμηλά εισοδήματα. Και ευρωπαϊκή νομιμοποίηση, μέσω της ρήξης με τον ευρω-φιλελευθερισμό, όχι αναζητώντας μια εθνική διέξοδο, αλλά στο όνομα ενός εναλλακτικού σχεδίου, που μπορεί να απευθυνθεί στο σύνολο της Ευρώπης.

Το δεύτερο επίπεδο είναι η πραγματοποίηση της στροφής. Στόχος της είναι να ριζώσει η διαδικασία μετασχηματισμού κυρίως με τη μαζική δημιουργία θέσεων εργασίας (μείωση του χρόνου εργασίας και δημιουργία χρήσιμων θέσεων εργασίας εκ του μηδενός) και με την εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος για τη μισθωτή εργασία. Αυτό είναι το μέσο για την έναρξη της μεγάλης ανατροπής που πρέπει να αποσυνδέσει την απασχόληση από την αποδοτικότητα που αυτή μπορεί να επιφέρει. Στη διαδικασία αυτή η κοινωνική νομιμοποίηση μπορεί να ενισχυθεί με νέα δικαιώματα για τους εργαζόμενους, κυρίως με τη μορφή ελέγχου της διαδικασίας μείωσης του χρόνου εργασίας και της δημιουργίας χρήσιμων θέσεων εργασίας.

Τέλος, το τρίτο επίπεδο είναι το πέρασμα σε ένα νέο τρόπο ανάπτυξης, που θεμελιώνεται σε τρία σύνολα αρχών:

• αποδέσμευση από την εμπορευματοποίηση και επέκταση των δημόσιων υπηρεσιών

• επαναφορά των μονάδων παραγωγής και νέες διεθνείς συνεργασίες

• οικολογικός σχεδιασμός και νέα βιομηχανική πολιτική.

Αυτά τα τρία «επίπεδα» πρέπει να είναι παρόντα ήδη από την αφετηρία, παρότι μπορεί να ακολουθούν διαφορετικούς ρυθμούς. Η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού και των ελάχιστων κοινωνικών στάνταρ χρειάζεται να γίνει άμεσα. Είναι, όμως, ανεπαρκής από μόνη της και χρειάζεται να συνδυαστεί με την υιοθέτηση ενός μη εμπορευματικού τρόπου ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών (…)

Το βήμα αυτό έχει το πλεονέκτημα ότι δίνει μια απάντηση συνεκτική και προσαρμοσμένη στη νέα περίοδο της κρίσης που ανοίγει. Μπορεί να μοιάζει ουτοπικό ή υπερβολικά ριζοσπαστικό. Άλλα, από την άλλη, το σοσιαλφιλελεύθερο σχέδιο προσαρμογής στους υπάρχοντες κανόνες του παιχνιδιού είναι ένα είδος αυτοκτονίας. Μόνο ένα άλμα θα μας επέτρεπε να αποφύγουμε την προδιαγεγραμμένη διαδρομή. Δεν αρκεί μια «στροφή» από αυτές που έχουμε λάβει συχνά σαν υπόσχεση από τους σοσιαλφιλελεύθερους.

* Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουλίου του «L' economie politique»

Πηγή: epohi.gr