Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Ελληνικό ακροδεξιό σύμπτωμα: Γιατί είναι τόσο ακραίο; Του Δημήτρη Χριστόπουλου



Γιατί η ελληνική Ακροδεξιά συγκαταλέγεται, μαζί με την ουγγρική, στις πιο ακραίες στην Ευρώπη; 
Γιατί στην Ελλάδα έχουμε ναζισμό, και όχι φασισμό ή άλλες εκδοχές δεξιού εξτρεμισμού; Ας αποφύγουμε τον πειρασμό της προσφυγής σε ουσιοκρατικές θεωρήσεις ή ιδεοληπτικές δοξασίες, που αναπαράγουν οικεία στερεότυπα στον ευρωπαϊκό Bορά σχετικά με τα Βαλκάνια, και δη την Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια. Μια ψύχραιμη έρευνα δείχνει ότι στην Ελλάδα συντείνουν όλοι οι ικανοί και αναγκαίοι παράγοντες για αυτή την πιθανή θλιβερή πρωτιά. Επιχειρώ μια ταξινόμηση, προσπαθώντας να διακρίνω τις ριζωμένες αιτίες από τις θρυαλλίδες.

Γιατί η ακροδεξιά; Το ιστορικό βάθος

Πρώτον, επειδή υπάρχει το ιστορικό βάθος, η κληρονομιά του 20ού αιώνα με την οποία οι δεσμοί δεν διερρήχθησαν. Και η κληρονομία αυτή δεν είναι μόνο η μη τιμωρία των δωσιλόγων και συνεργατών –και αλλού δεν τιμωρήθηκαν–, κάτι πολύ βαρύτερο: ότι αυτοί υπήρξαν οι πυλώνες αντιμετώπισης του «εσωτερικού εχθρού» και στη συνέχεια οι στυλοβάτες του κράτους, από τον Δεκέμβρη του 1944 μέχρι τη θεσμική κορύφωση της συνταγματικής εκτροπής στη δικτατορία. Αυτοί έκαναν τη βρώμικη δουλειά για να «ανήκομεν στη Δύση». Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, οι αυτολογοκριτικοί μηχανισμοί του χώρου αυτού –η ντροπή δηλαδή του να δηλώνεις χουντικός– αδυνατίζουν. Ο χρόνος περνάει. Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής στα παραδοσιακά «μαύρα» εκλογικά άνδρα της χώρας το αποδεικνύουν. Περιοχές, που, παρεμπιπτόντως, δεν έχουν κανένα πρόβλημα με το μεταναστευτικό… Η δικτατορία «έκανε τη ζημιά» της στην παράδοση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα καθώς την απονομιμοποίησε, αλλά σιγά σιγά η παράδοση αυτή ξαναβρίσκει την ορμή της και έναν νέο βηματισμό.

Δεύτερον,έχουμε την διείσδυση του χυλού που αποτελεί τη μαγιά της άκρας δεξιάς ιδεολογίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ελληνικού πολιτικού φάσματος. Ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο σεξισμός δεν αποτελούν μονοπώλιο της Χρυσής Αυγής — όπως και αλλού βέβαια. Στην Ελλάδα όμως, ο «μακεδονικός αγώνας» της δεκαετίας του 1990 οδήγησε στην ανάδυση ενός επιθετικού εθνικιστικού λόγου, ο οποίος διαχύθηκε στο σύνολο του πολιτικού φάσματος, της Αριστεράς μη εξαιρουμένης, πρωτοστατούσης φυσικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το περιβάλλον, η Χρυσή Αυγή κάνει τα πρώτα της βήματα της βρεφικής της ηλικίας. Είναι η στιγμή που ο παλαιάς κοπής αυτοθυματοποιημένος ελληνικός εθνικισμός συνάντησε το όνειρο της «ισχυρής Ελλάδας»: μιας βαλκανικής καπιταλιστικής μητρόπολης που «διεισδύει οικονομικά» (σύμφωνα με μια δημοφιλή λέξη της δεκαετίας) στα εσωτερικά των αδυνάμων γειτόνων. Η βαλκανική –κυρίως αλβανική– αποδημία προς την Ελλάδα στις δεκαετία εκείνη εντείνει τη μισαλλοδοξία και τον ιδιωτικά τηλεκατευθυνόμενο ρατσισμό. Συζητάμε σήμερα για τον ρατσισμό εναντίον Πακιστανών και λοιπών, σαν να ξεχνάμε τι συνέβαινε με τους Αλβανούς πριν 20 χρόνια…

Γιατί σήμερα; Οι θρυαλλίδες

Πρώτον, θρυαλλίδα αποτελούν η ένταση των μεταναστευτικών ροών, η εκπομπή επισήμως μισαλλόδοξου λόγου αλλά και πρακτικής (βλ. Ξένιος Δίας) από το κράτος, και η παταγώδης πολιτειακή αποτυχία να διαχειριστεί θεσμικά τις ροές αυτές, μια αποτυχία στην οποία κατεξοχήν «πάτησε» ο λόγος της Χρυσής Αυγής, κυρίως στα δύσκολα διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων το 2010. Το μεταναστευτικό, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί το σημείο στο οποίο εφάπτεται η ελληνικής κοπής Άκρα Δεξιά με τα υπόλοιπα ομοειδή κόμματα ευρωπαϊκών κρατών που είναι μεταναστευτικοί προορισμοί. Εδώ όμως θέλει μια προσοχή: ο αντιμεταναστευτικός λόγος είναι η πρόσοψη του ακροδεξιού μορφώματος, το οποίο τρέφεται και ανασαίνει από την ιδέα της εκάστοτε «απειλής» και του κινδύνου. Σήμερα είναι οι μετανάστες, χθες οι κομμουνιστές κλπ. Αν δεν απειλείται από κάτι, δεν μπορεί να ζήσει. Ιστορικά, έτσι επινοεί τις απειλές του, πατώντας στα κοινωνικά αδιέξοδα των ανθρώπων.

Δεύτερον, η όξυνση των βιοτικών αδιεξόδων στον καιρό της κρίσης οδηγεί στη διόγκωση του ακροδεξιού όγκου. Όχι όμως ευθέως και μονοσήμαντα, όπως συχνά νομίζουμε στην Αριστερά: η Άκρα Δεξιά ανθεί σε χώρες που δεν βιώνουν την ένταση της κρίσης (π.χ. Βρετανία, Δανία, Αυστρία), ενώ αντίστροφα δεν λέει να βγει από το περιθώριο σε χώρες με χρόνια υψηλή ανεργία, όπως η Ισπανία. Η οικονομική κρίση φυσικά και μεγεθύνει την Άκρα Δεξιά: αυτό το διδάσκει κατεξοχήν η γερμανική εμπειρία του Μεσοπολέμου και όχι μόνο. Αν κάτι δείχνει επίσης η σημερινή διαχείριση της κρίσης είναι ότι η ίδια η ιδέα της δημοκρατίας συνολικά απαξιώνεται από την νεοφιλελεύθερη επίθεση στην κοινωνία. Αυτό συμβαίνει κυρίως όπου υπάρχει το ιστορικό και ιδεολογικό υπέδαφος για το οποίο έγινε λόγος στην αρχή. Σε αυτές τις συνθήκες, πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά ότι η όποια υπέρβαση της κρίσης, δεν σηματοδοτεί μηχανικά και την οπισθοχώρηση της Άκρας Δεξιάς. Όπως η Δεξιά αφελώς νομίζει ότι η Αριστερά στην Ελλάδα είναι, ευθύγραμμα και μόνον, γέννημα της κρίσης, έτσι και εμείς αφελώς νομίζουμε ότι η Άκρα Δεξιά θα φύγει μαζί της. Ασφαλώς η κρίση, και η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της τρέφει την Άκρα Δεξιά, αλλά τα πράγματα είναι πιο σύνθετα.

Τρίτον, έχουμε μια βαθύτατη ηθική ανυποληψία των ελληνικών πολιτικών ελίτ που εύλογα χρεώνονται στα μάτια του ελληνικού λαού την ευθύνη η Ελλάδα έφτασε εδώ που έφτασε. Και αυτή η ανυποληψία τροφοδοτεί τη Χ.Α. σε δύο επίπεδα: Πρώτον, αφεαυτής, καθώς σαρώνει όλο το πολιτικό πεδίο, αφήνοντας αλώβητους μόνο τους ακροδεξιούς «τιμωρούς». Δεύτερον, επειδή το κυνήγι των σκανδάλων και την πομπώδη ανάδειξη της σαπίλας του ελληνικού αστισμού τα οικειοποιείται μια χαρά η Ακροδεξιά που ανέκαθεν στοχεύει στην εξάρθρωση της «εκφυλισμένης» κυβερνώσας ελίτ, βρίσκοντας άφθονη πρώτη ύλη στα κακώς κείμενά της. Η συμμετοχή του ακροδεξιού ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση «τεχνοκρατών» του Νοεμβρίου 2011 –η ολοκληρωτική «καθεστωτοποίησή» του δηλαδή– άνοιξε τον δρόμο για την εκλογική εκτίναξη της Χ.Α. στις εκλογές του 2012, καθώς νομιμοποίησε την παρθενική εμφάνιση ενός ακροδεξιού κόμματος στο κυβερνητικό μπλοκ εξουσίας, γεγονός καινοφανές για τα ελληνικά πολιτικά χρονικά μετά τη χούντα.

***

Η Αριστερά, μέσα σε όλα, πρέπει να σκέφτεται αυτοτελώς το ζήτημα της αντιμετώπισης της Άκρας Δεξιάς. Να μην το απωθεί, να μην το διαχειρίζεται με όρους τακτικής ή υπαγωγής στο δίλλημα «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο». Να μην υποτάσσεται στον θεσμικό κομφορμισμό, αλλά και ταυτόχρονα να μην απαξιώνει το κράτος δικαίου. Σήμερα, σε μια συγκυρία πολιτικής εδραίωσης της Αριστεράς και απίσχνανσης του δεξιού κυβερνητισμού, ένα διόλου ασήμαντο κομμάτι της ιστορικής Δεξιάς θέλγεται από την ιδέα των ακροδεξιών ενέσεων για να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες του. Ο διαρκής κίνδυνος εκφασισμού του τμήματος αυτού δεν πρέπει να εκπλήσσει όσους ξέρουν στοιχειωδώς την ευρωπαϊκή –και δη την ελληνική– ιστορία του 20ού αιώνα. Η ολίσθηση αυτή είναι απειλή για τη Δημοκρατία. Είναι απειλή για τη δυνατότητά μας να διαφωνούμε συντεταγμένα για το μέλλον αυτού του τόπου. Σήμερα, η Αριστερά έχει το –ιστορικά οικείο σε αυτήν, βέβαια– πρόσθετο φορτίο υπεράσπισης της Δημοκρατίας.

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και είναι αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το κείμενο βασίζεται σε διάλεξη στη σειρά «Exploring narratives on the Greek crisis», που πραγματοποιήθηκε στο Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών, στις 12.6.2014.
Πηγή: Ενθέματα