Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

«Συμπαράσταση σε εγκληματίες»: Για την ποινικοποίηση της αλληλεγγύης, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Από μια πρώτη ματιά, το να μιλάμε για “ποινικοποίηση της αλληλεγγύης” φαίνεται πολύ γενικό: ποινικοποίηση της αλληλεγγύης σε ποιους; Και πόσο έγκυρες γενικεύσεις μπορεί να κάνει κανείς απαριθμώντας περιστατικά διώξεων σε βάρος αλληλέγγυων; Όσο γενικόλογος κι αν φαίνεται, όμως, ο όρος είναι έγκυρος και αποδίδει συνοπτικά μια διάχυτη τάση. Τα όριά της, το μέχρι πού μπορεί να φτάσει, το βλέπουμε όλο και πιο συχνά πλέον στο μεταναστευτικό. Όμως η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης είναι κάτι πολύ ευρύτερο.
Ως λογική, η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης δεν έχει τίποτα το ιστορικά πρωτότυπο. Η ποινική δίωξη, δηλαδή, μιας πρακτικής που η ίδια δεν συνιστά απειλή κατά της ζωής ή της ιδιοκτησίας, ή τέλος πάντων δεν προσβάλλει κάποιο προφανές έννομο αγαθό, παραπέμπει σε αστυνομικά κράτη ή κράτη που ενεργοποιούν ad hoc έκτατκες εξουσίες. H μετεμφυλιακή Ελλάδα, για παράδειγμα, θέτει στο στόχαστρο τους συμπαθούντες τον κομμουνιστοσυμμοριτισμό. Και στη μεταπολεμική Ευρώπη, η καταστολή αγγίζει τους κύκλους των “συμπαθούντων” την τρομοκρατία (“συγκοινωνούντα δοχεία”). Ίχνη αυτής της λογικής, που ευτυχώς δεν φτάνουν στην ποινικοποίηση κατά κυριολεξία, είδαμε πρόσφατα στη δημόσια συζήτηση για το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα. Κανείς από αυτούς που στοχοποιούνταν δεν είχε διαπράξει κανένα έγκλημα – η επιμέλεια ενός βιβλίου, δηλαδή, δεν προσέβαλλε κάποιο γνωστό έννομο αγαθό. Για τη στοχοποίηση όμως αρκούσε η (αποδιδόμενη) συμπάθεια, η στήριξη, η αλληλεγγύη σε “εγκληματίες”.

Υπάρχουν, ωστόσο, και χειρότερα, καθώς ο κύκλος της ποινικοποίησης διευρύνεται ταχύτατα, υποχρεώνοντάς μας να θυμηθούμε μια παλιά αλήθεια: το τι συνιστά έγκλημα δεν έχει να κάνει μόνο με το τι λέει ο νόμος επ” αυτού, αλλά και με το τι αποφασίζει η πολιτική ότι συνιστά έγκλημα σύμφωνα με το νόμο. Πρόσφατο παράδειγμα: Στο νομοσχέδιο για τις λαϊκές αγορές, που ψήφισε τον Μάιο η Βουλή, στο άρθρο 33 για το υπαίθριο εμπόριο διαβάζουμε ότι πλέον «δεν επιτρέπεται η άσκηση πλανόδιου εμπορίου (στο οποίο εντάσσονται και οι διανομείς «Χωρίς Μεσάζοντες») σε δήμους με πληθυσμό άνω των τριών (3.000) κατοίκων» – πρακτικά, δηλαδή, δεν επιτρέπεται καθόλου. Μολονότι λοιπόν το αλληλέγγυο εμπόριο καταφανώς δεν συνιστά έγκλημα, ποινικοποιείται. Και μαζί με αυτό, επιχειρείται να ποινικοποιηθεί επίσης η παροχή υπηρεσιών υγείας από τα αλληλέγγυα κοινωνικά ιατρεία, που σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις τους τελευταίους μήνες ελέγχθηκαν από κλιμάκια του ΕΟΦ και της Δίωξης Ναρκωτικών ως ύποπτα για την τέλεση έκνομων ενεργειών (έλεγχοι στο Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού και το ιατρείο των Γιατρών του Κόσμου)· στο ίδιο κλίμα, τον περασμένο Οκτώβριο στη Λάρισα συνεργείο του Δήμου εξαφάνισε πανό έξω από το κοινωνικό ιατρείο της πόλης με το σύνθημα: «Η υγεία είναι κοινωνικό αγαθό – Δημόσια δωρεάν υγεία για όλους». Ούτε εδώ, προφανώς υπήρχε κάτι το επιλήψιμο.

***

Η de facto απαγόρευση, με ή χωρίς ποινή (δεν είναι αδιάφορο), μιας πρακτικής που δεν αποτελεί έγκλημα αυτή καθαυτήν, αλλά συσχετίζεται με κάποιο έγκλημα, ή με κάτι που δεν είναι έγκλημα αλλά μπορεί να γίνει, είναι παλιά ιστορία. Στην περίπτωση δε του μεταναστευτικού, όπου το πράγμα απογειώνεται, η λογική αυτή είναι τόσο παλιά όσο και το μεταναστευτικό.

Το 2000, πολύ πριν από την κρίση, και πριν ο μετανάστης αναγορευτεί σε υπ’αριθμόν ένα εσωτερικό εχθρό, εγκύκλιος του τότε υπουργού Υγείας Αλ. Παπαδόπουλου, που αργότερα εμπλούτισε (sic) o Νικήτας Κακλαμάνης, απαγόρευε στα νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ να αντιμετωπίζουν τακτικά, αλλά και έκτακτα περιστατικά μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Τίποτα το εγκληματικό δεν είχε το να βοηθάς έναν ασθενή – αλλά στο εξής θα ήταν κάπως διαφορετικά αν επρόκειτο για ξένο χωρίς χαρτιά. Ακόμα κι αν το τελευταίο δεν συνιστούσε εκ πρώτης όψεως έγκλημα, η κρατική εξουσία παρενέβαινε για να διευρύνει τις απόψεις του τι συνιστά έγκλημα – είτε επινοώντας και θεσπίζοντας νέες απαγορεύσεις, είτε επινοώντας συνδέσεις της αλληλεγγύης με απαγορεύσεις που ήδη υπάρχουν.

Αυτή η τελευταία είναι η περίπτωση των μελών της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης στους 300 μετανάστες απεργούς πείνας: το Φεβρουάριο του 2011 σύρθηκαν στα δικαστήρια, αντιμετωπίζοντας τις κατηγορίες της διακίνησης μεταναστών, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της διατάραξης της οικιακής ειρήνης, κατηγορίες προφανώς ανυπόστατες, η απόδοση των οποίων όμως συνιστά τον ορισμό της ποινικοποίησης της αλληλεγγύης. Αυτή είναι, επίσης, η περίπτωση ανηλίκων που συλλαμβάνονται συχνά ως διακινητές μεταναστών, και αντιμετωπίζουν εξωφρενικές καταδίκες για έκθεση ανθρώπων σε κίνδυνο με δόλο και συμφέρον – άλλο που στην πραγματικότητα πολύ συχνά δεν υπάρχει ούτε δόλος, ούτε συμφέρον, γι” αυτό και τίποτα από αυτά δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Όταν το καταγγέλλει αυτό η Αριστερά, αντιμετωπίζει την κατηγορία ότι υπερασπίζεται όχι τους μετανάστες, αλλά τα κυκλώματα διακίνησης. Μέσα στην αθλιότητά της, η κατηγορία είναι επικίνδυνη, ακριβώς γιατί φιλοδοξεί να νομιμοποιήσει κοινωνικά την τάση ποινικοποίησης της αλληλεγγύης.

Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι η τάση αυτή, που στις περιπτώσεις της τρομοκρατίας θα ήταν πιο “νομιμοποιημένη”, λόγω της μεγαλύτερης κοινωνικής απαξίας, στο μεταναστευτικό αποκτά διαστάσεις που οφείλουν να προβληματίσουν έντονα, γιατί χρησιμοποιούνται ως πρότυπο για τη συρρίκνωση των νόμιμων ορίων της πολιτικής δράσης γενικά. Στο μεταναστευτικό, λοιπόν, η τάση της ποινικοποίησης “αποκαλύπτεται” σε δύο βήματα:

1. Ποινικοποιείται η αλληλεγγύη σε κοινωνικές ομάδες, τα μέλη των οποίων υφίστανται διοικητικές κυρώσεις σα να επρόκειτο για ποινικά διωκόμενους, όχι όμως γιατί όντως διέπραξαν εγκλήματα, αλλά ως εκ του προφίλ τους. Όχι, λοιπόν, γι” αυτό που έκαναν, αλλά γι” αυτό που είναι. Παράνομη είσοδος στη χώρα δε νοείται για κάποιον γηγενή ή πολίτη κράτους-μέλους της ΕΕ. Το προφίλ αυτό είναι, ανομολόγητα, ο κίνδυνος για τη δημόσια τάξη – και γι” αυτό πρακτικά δεν χρειάζεται περαιτέρω ειδική αιτιολόγηση, μολονότι την απαιτεί ο νόμος: αυτό αποφασίζεται αυτόματα, όπως συμβαίνει στην πράξη την τελευταία διετία του Ξένιου Δία, με την πολιτική της μαζικής κράτησης σε εξευτελιστικές συνθήκες.

2. Σε δεύτερο χρόνο, η πρακτική της διοικητικής κράτησης, και πλέον πέραν του 18μηνου, που αφορά “εγκληματίες χωρίς έγκλημα”, σημαίνει πρακτικά ότι το κράτος μπορεί να παρανομεί σε βάρος κάποιου, να δοκιμάζει δηλαδή “τεχνικές” κυριαρχίας πάνω στα σώματα εκτός νόμου, στο όνομα της δημόσιας τάξης.

Η αλληλεγγύη στους μετανάστες χωρίς χαρτιά, λοιπόν, πρακτική που καταφανώς δεν συνιστά έγκλημα, τείνει να περιορίζεται, να απαγορεύεται (βλ. απαγόρευση εισόδου σε κέντρα κράτησης για τους ακτιβιστές) και σε ορισμένες περιπτώσεις (βλ. την πρόσφατη σύλληψη του γιατρού Γιάννη Κούτρα στη Θεσσαλονίκη) να ποινικοποιείται. Το γιατί το εξηγούν τα περιστατικά που προανέφερα – αυτά δηλαδή που δεν αφορούν το μεταναστευτικό: Όλοι αυτοί που βαφτίζονται εγκληματίες, και που η συμπαράσταση σε αυτούς τείνει να ποινικοποιείται, έχουν ένα κοινό: αμφισβητούν το μονοπώλιο του κράτους στο να ορίζει κατ” αποκλειστικότητα τι είναι έγκλημα, τι είναι νόμιμη και τι παράνομη κοινωνικοπολιτική δράση, και σε τελική ανάλυση, αμφισβητούν το μονοπώλιο του κράτους στην πολιτική:

* Ενώ λοιπόν το κράτος αξιώνει να ορίζει τα όρια μεταξύ ποινικής και πολιτικής δράσης, κάθε απόκλιση από τον κανόνα αυτό αντιμετωπίζει ένα φάσμα κρατικών πρακτικών, από το στιγματισμό και τη στοχοποίηση μέχρι την ανοιχτή ποινικοποίηση.
* Ενώ το κράτος αξιώνει να ορίζει το ίδιο πώς θα αντιμετωπιστεί η οικονομική, δηλαδή η καπιταλιστική κρίση, κάθε απόπειρα να δούμε μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης πέρα από τον καπιταλισμό αντιμετωπίζει πλέον δυνητικά την ποινικοποίηση.
* Και βεβαίως, ενώ το κράτος είναι το μόνο που δικαιούται να ορίζει ποιος είναι πολίτης με κοινωνικά δικαιώματα και ποιος όχι, ποιος κάνει μεταναστευτική πολιτική, με όρους βεβαίως καταστολής, και ποιος την υφίσταται, κάθε έμπρακτη αμφισβήτηση των ορίων αυτών, μπορεί να καταστέλλεται ως εγκληματική.

Από αυτή τη σκοπιά, η αλληλεγγύη σε όσους υφίστανται την κρατική καταστολή ή τον κοινωνικό αποκλεισμό δεν είναι μια μορφή φιλανθρωπίας, αλλά εν μέσω διεύρυνσης της ποινικοποίησης και των αποκλεισμών, μια στιγμή πολιτικής ανυπακοής. Είναι γι” αυτή την ανυπακοή που οι αλληλέγγυοι ταξινομούνται ως “άκρο” – κι είναι γι” αυτό που η θεωρία των άκρων δεν είναι παρά η βάση νομιμοποίησης ενός εξτρεμιστικού κέντρου που δεν δέχεται την παραμικρή πλέον αμφισβήτηση του μονοπωλίου του στην πολιτική. Όμως η διεκδίκηση του κρατικού μονοπωλίου στην πολιτική δεν είναι παρά διεκδίκηση του “δικαιώματος” του κράτους στον ολοκληρωτισμό.

***

Η διεύρυνση της ποινικοποίησης, και συμμετρικά, η συρρίκνωση της νομιμότητας, δεν είναι παρεμπίπτουσες ή δευτερεύουσες όψεις της κρατικής πολιτικής. Αποτελούν “έκτακτες” μορφές εξουσίας σε ένα κατά τα άλλα “κανονικό” δημοκρατικό κράτος. Για να δούμε, όμως, πώς νομιμοποιούνται ως τάσεις, χρειάζεται να ανατρέξουμε στη λογική του ποινικού-κατασταλτικού μηχανισμού, που τις υλοποιεί. Το “καθεστώς αλήθειας” που υπηρετεί το προσωπικό των μηχανισμών αυτών δεν είναι τελικά παρά η ταξινόμηση των ανθρώπων σε νόμιμους και παράνομους. Η ταξινόμηση αυτή είναι η περιγραφή του έργου τους και έτσι “σκέφτεται” το προσωπικό τους: ότι όλοι είμαστε είτε νόμιμοι είτε παράνομοι. Η δε “έμφυτη” τάση των ανθρώπων προς το ιδιοτελές συμφέρον –διότι οι άνθρωποι είναι αυθορμήτως εγωιστές: αυτή, ομολογημένα ή μη, είναι η φιλοσοφία του (αστικού) κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού– μας καθιστά όλους εν δυνάμει παράνομους. Έτσι, αν το ιδιοτελές συμφέρον είναι σε τελική ανάλυση η μόνη αλήθεια των ανθρώπων, η αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι κι αυτή παρά μια μορφή ιδιοτέλειας. Καταστέλλοντας όμως την ευγενέστερη από τις “ιδιοτέλειες”, το κράτος απλώς διαιωνίζει την εξουσία των κατεξοχήν ιδιοτελών.

Το κείμενο αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή εισήγησης στην εκδήλωση με τίτλο “Ποινικοποίηση της αλληλεγγύης”, που διοργανώθηκε στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ της Χίου, στις 14 Ιουνίου 2014.

http://rednotebook.gr/