Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Μετά τις εκλογές


Μετά τις εκλογές

 Οι διαφορές μας με τους δεξιούς και αριστερούς σωβινιστές, εθνικιστές και αντιευρωπαϊστές, στους οποίους περιλαμβάνεται πια, εκτός του ακροδεξιού ΛΑΟΣ και η φασιστική Χρυσή Αυγή, είναι αβυσσαλέες, παρά τη σύμπτωσή μας στην αντίθεση απέναντι στις πολιτικές της τρόϊκας. Εμείς το γνωρίζουμε, σημασία έχει να το μάθουν και όσοι σκέφτονται να προτιμήσουν την κάλπη μας

Του Χάρη Γολέμη

Δεν μου αρέσει η, σανταμ-χουσεϊνικής προέλευσης, έκφραση «μητέρα των μαχών» για τις σημαντικές πολιτικές ή κοινωνικές αναμετρήσεις. Ακόμα και αν  η χρήση της γίνεται απλώς για να τονιστεί η κρισιμότητα ορισμένων ιστορικών στιγμών, δεν παύει να παραπέμπει σε μια τελική σύγκρουση όπου ο νικητής τα παίρνει όλα και ο ηττημένος τσακίζεται μέχρι πλήρους εξαφάνισης. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι το 1958, εννιά μόλις χρόνια μετά την συντριβή του Δημοκρατικού Στρατού στο Γράμμο και το Βίτσι, το εκλογικό ποσοστό της ΕΔΑ έφτασε το 25%, ενώ ούτε η δικτατορία κατάφερε να διαλύσει την Αριστερά — αντίθετα, ενίσχυσε το γόητρό της. Ο δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό, ως αέναη διαδικασία διαρθρωτικών αλλαγών και ρήξεων, ενέχει και ήττες και κατατρεγμούς. Ένας είναι ο θανάσιμος κίνδυνος που μπορεί να πληγώσει θανάσιμα την Αριστερά: η ήττα της στο πεδίο της ιδεολογίας.

Εφόσον  έτσι έχουν τα πράγματα, τότε οι επερχόμενες εκλογές, αν και συνιστούν πράγματι μια εξαιρετικά κρίσιμη μάχη με διακυβεύσεις δομικού τύπου που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα, δεν παύουν να είναι μια στιγμή στη μακρόχρονη πορεία της ανανεωτικής-ριζοσπαστικής Αριστεράς στη χώρα μας. Γι’ αυτή τη δική μας Αριστερά, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τις γνωστές διεθνείς αναφορές, η αύξηση του αριθμού των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας της δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εντάσσεται στον στόχο της να αλλάξει τον κόσμο, να φέρει τα πάνω κάτω στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Υπ’ αυτή την έννοια, τα δύσκολα μας περιμένουν κυρίως μετά τις εκλογές, είτε πάμε πολύ καλά όπως ευχόμαστε και προσδοκούμε, είτε λιγότερο καλά όπως προσεύχονται να συμβεί οι εγχώριοι και ξένοι εχθροί μας. Το δικό μας καθήκον μας είναι να έχουμε την ετοιμότητα ψύχραιμης αντιμετώπισης και των δύο ενδεχομένων, αφού, όπως μάθαμε στο σχολείο μας, το μέλλον διαρκεί πολύ.

Όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις, οι πολιτικές του Μνημονίου πιθανότατα θα έχουν ως αποτέλεσμα σοβαρές πολιτικές ανακατατάξεις. Αυτή η πρόβλεψη, όμως, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η αναμφισβήτητη ταξική μεροληπτικότητα των συγκεκριμένων πολιτικών θα ενισχύσει αυτόματα και αποφασιστικά την κάλπη μόνο των αριστερών ριζοσπαστικών κομμάτων. Η εκλογική προτίμηση δεν συναρτάται αποκλειστικά με τα ταξικά συμφέροντα των ψηφοφόρων, τα οποία άλλωστε δεν συμπίπτουν, παρά τη ρητορεία ορισμένων που θέλουν σύμπαντα τον ελληνικό λαό να στενάζει κάτω από τον ξένο ζυγό. Οι εκλογικές προτιμήσεις διαμορφώνονται επίσης με βάση την ιδεολογία, τους φόβους και τις προσδοκίες για το μέλλον, αλλά και την πειστικότητα του σχεδίου και της πρότασης των πολιτικών δυνάμεων, παραμέτρους στην διαμόρφωση ή την διαστρέβλωση των οποίων τα ΜΜΕ παίζουν τεράστιο ρόλο.

Τα προαναφερθέντα δεν διεκδικούν κάποια πρωτοτυπία πολιτικής ανάλυσης — κοινότοπες σκέψεις είναι. Ο λόγος που διατυπώνονται είναι για να επισημάνουν ορισμένους κινδύνους που απειλούν τη μακροχρόνια προοπτική της δικής μας Αριστεράς αλλά και τη, συναρτώμενη με αυτήν την προοπτική, ανάγκη να χαράσσονται ορισμένες σαφείς διαχωριστικές γραμμές κυρίως εντός του λεγόμενου αντιμνημονιακού μετώπου, αλλά και στο πλαίσιο της ευρύτερης Αριστεράς. Δεν μπορούμε να θυσιάσουμε την πυξίδα μας στον βωμό της πάση θυσίας αύξησης της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ.

Υπάρχουν φίλοι και σύντροφοι στον Συνασπισμό, αλλά και ορκισμένοι εχθροί της ανανεωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς εκτός αυτού, που υποστηρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, στην προσπάθεια ενίσχυσης των ποσοστών του,  κινδυνεύει να μετατραπεί σε εκλογική συμμαχία ή πολιτικό φορέα σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Δεν συμφωνώ με αυτή την εκτίμηση, μάλλον επειδή διαφωνώ με τον τρόπο πρόσληψης του συγκεκριμένου ιστορικού ρεύματος της ευρωπαϊκής Αριστεράς που εδώ και πολλά χρόνια  το λιγότερο ανέχεται και το περισσότερο πρωτοστατεί, ως «κεντροαριστερά» πλέον, στην προώθηση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αν υπάρχει ένα κόμμα στη χώρα μας, πέραν του ΠΑΣΟΚ, που λόγω πολιτικού σχεδίου (όχι ιστορικής παράδοσης) θα μπορούσε να είναι σήμερα ευπρόσδεκτο στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική οικογένεια, αυτό είναι η Δημοκρατική Αριστερά, τόσο πριν όσο και μετά την πρόσφατη διεύρυνσή της με στελέχη του σημιτικού εκσυγχρονισμού. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν ισχυρίζομαι ότι αυτή είναι η επιλογή της ΔΗΜΑΡ, απλώς εκτιμώ ότι οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές δεν θα είχαν αντίρρηση να την περιλάβουν στους κόλπους της.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια ορισμένων φίλων να αντιμετωπίσουν τον φανταστικό κίνδυνο της «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ με την υιοθέτηση των πολιτικών προτάσεων, συνθημάτων και πρακτικών της γνήσιας και ανόθευτης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς  (ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ.), το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι να συμβάλει στην προσπάθεια της αστικής, δικομματικής προπαγάνδας να εμφανίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως έναν αντικοινοβουλευτικό, αριστερίστικο, περιθωριακό πολιτικό φορέα που επιδιώκει την επιστροφή στη γλυκιά θαλπωρή της δραχμής. Ας ελπίσουμε ότι κάποια φάλτσα σολαρίσματα σ’ αυτό το μοτίβο θα σταματήσουν, έστω και προσωρινά, τώρα που μπήκαμε στην προεκλογική περίοδο.

Ενώ όμως ο φόβος να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κεντροαριστερός είναι υπερβολικός, αν όχι υποβολιμαίος, οι συνειρμοί από κάποιες βιαστικές επιλογές, ρητορικές υπερβολές και γενικότερα λεκτικές αστοχίες ενέχουν έναν κίνδυνο άλλου τύπου: να θεωρήσει ο λαός τον ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό σχήμα που έχει πολλά κοινά σημεία με το αλήστου μνήμης λαϊκιστικό κεντρώο (και όχι σοσιαλιστικό ή σοσιαλδημοκρατικό) κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου. Ευτυχώς, η ηγεσία, τα στελέχη και τα μέλη του Συνασπισμού και των περισσότερων συμμάχων του εντός του ΣΥΡΙΖΑ, με την ιστορία τους αλλά κυρίως τις δημόσιες επιλογές και τοποθετήσεις τους σε διάφορα θέματα (αντίθεση στον εθνικισμό, τον ρατσισμό, τον αντιευρωπαϊσμό, την ασυλία στη μικρομεσαία  ταξική εκμετάλλευση, φοροδιαφυγή και διαφθορά, τη ματσό υποκουλτούρα των σκυλάδικων της παραλίας κλπ.) καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο διαστρέβλωσης στη λαϊκή συνείδηση της  ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ, και ιδιαίτερα της ανανεωτικής-ριζοσπαστικής Αριστεράς που αποτελεί τη συντριπτικά μεγαλύτερη ιδεολογική του συνιστώσα.

Σε σχέση με τους κινδύνους στους οποίους αναφερθήκαμε, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα πρόσφατης δημοσκόπησης της VPRC για το περιοδικό Επίκαιρα, στην οποία αυτοί που δηλώνουν ότι σκοπεύουν να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να προτιμούν, από τους πολιτικούς αρχηγούς (φυσικά μετά τον Τσίπρα για τον οποίο οι θετικές προτιμήσεις αγγίζουν το θηριώδες 96%), τους κυρίους Δημαρά (69%) και Καμμένο (49%), ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά των αρχηγών εκείνων των κομμάτων προς τα οποία προσβλέπουν οι ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για τη συγκρότηση της μεγάλης αριστερής συμμαχίας είναι πολύ χαμηλότερα (Κουβέλης 42%, Παπαρρήγα 40%).  Ας μην ξεπερνάμε επιπόλαια παρόμοια σήματα. Ο Συνασπισμός, γενικότερα η ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά, αλλά και η πλειοψηφία των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ οφείλουν να καταπολεμήσουν τη σύγχυση που φαίνεται ότι υπάρχει στο ετερογενές σώμα των δυνητικών ψηφοφόρων μας, η οποία θα μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να απειλήσει την ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα του πολιτικού μας φορέα και του συμμαχικού μας σχήματος. Στην προσπάθεια αυτή, είναι αναγκαία η εκ νέου σαφής και αυστηρή οριοθέτηση του αντιμνημονιακού μετώπου που επιθυμεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και αν ορισμένοι φίλοι θεωρήσουν ότι τούτο ενέχει τον κίνδυνο μείωσης των εκλογικών ποσοστών του. Οι διαφορές μας με τους δεξιούς και αριστερούς σωβινιστές, εθνικιστές και αντιευρωπαϊστές, στους οποίους περιλαμβάνεται πια, εκτός του ακροδεξιού ΛΑΟΣ και η φασιστική Χρυσή Αυγή, είναι αβυσσαλέες, παρά τη σύμπτωσή μας στην αντίθεση απέναντι στις πολιτικές της τρόϊκας. Εμείς το γνωρίζουμε, σημασία έχει να το μάθουν και όσοι σκέφτονται να προτιμήσουν την κάλπη μας.

Να δώσουμε λοιπόν τη μάχη των εκλογών με κέφι και όσο καλύτερα μπορούμε, έχοντας πλήρη συνείδηση της κρισιμότητάς τους, αλλά και με  έγνοια για την επόμενη μέρα. Η ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά, ως διακριτό ιδεολογικό ρεύμα που διαμορφώθηκε ιστορικά μέσα από σφοδρές συγκρούσεις, διασπάσεις και ανασυνθέσεις έχει δείξει την αντοχή της στο πέρασμα του χρόνου, ανεξάρτητα από τον φορέα ή τους φορείς που το εξέφρασαν. Η συνέχειά του πρέπει να είναι βασικό μέλημά μας, όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, αλλά και επειδή θεωρούμε ότι είναι ένα ρεύμα χρήσιμο για τις ριζικές ανατροπές που πρέπει να γίνουν, σε ισότιμη και ειλικρινή συνεργασία με άλλες δυνάμεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Αυτή η μέριμνα ξεπερνά τον ορίζοντα των εκλογών και πέφτει στους ώμους κυρίως της νέας γενιάς.

Πηγή: Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής