Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Αντώνης Λιάκος : Ο δεσπότης και η πλύστρα



Χειροτονία διακόνου από τον αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο. Ο φωτογραφικός φακός και η τηλεοπτική κάμερα καταγράφουν το γεγονός, όχι όμως και την άρτια φυσική του κατάσταση - απαραίτητη προϋπόθεση για να χρησθεί κάποιος ιερωμένος


Από το θέαμα των εκκλησιαστικών πραγμάτων εκείνο που με εντυπωσίασε είναι μια φράση. Την είπε ένας δεσπότης μιας επαρχιακής πόλης σε ένα βραδινό παράθυρο ειδήσεων. «Δεν απολύεις ένα δεσπότη όπως διώχνεις την πλύστρα σου» (28 Φεβρ.). Ομολογώ ότι με εντυπωσίασε αυτή η φράση γιατί, αν τα άλλα σχετίζονται με παρεκτροπές, η φράση αυτή αφορά τον μέσο λόγο της Εκκλησίας. Οχι τον λειτουργικό, του οποίου τα προβλήματα τα λύνει η Ερμηνευτική, ούτε τον ιδιωτικό καθημερινό λόγο των κληρικών. Αφορά τον τρέχοντα αλλά δημόσιο λόγο, αυτόν που απορροφάται άμεσα. Αυτός ο λόγος υπονοεί περισσότερα από όσα αποκαλύπτει.

Δεν είναι ο μοναδικός δεσπότης αυτός ο οποίος μίλησε έτσι. Ενας άλλος μίλησε για «τη Βουλγάρα που έχω στο σπίτι». Εδώ η Βουλγάρα δεν συνηχεί τυχαία με το «δουλάρα» ούτε, επίσης τυχαία, τα λόγια της αποδίδονται με σπαστά ελληνικά. Εκφράζεται έτσι η έσχατη απαξίωση. Οταν υπήρχε η υπόθεση με τον αλβανό σημαιοφόρο, ένας τηλεοπτικός ιεράρχης είπε ότι τη σημαία μας «όπως τη γυναίκα μας και το αυτοκίνητό μας δεν τα δανείζουμε σε ξένους»! Ενας συνάδελφός του συμπλήρωσε καλοκάγαθα ότι οι αλβανοί μαθητές, έστω και αν πρωτεύουν, θα πρέπει να παραιτούνται από τα δικαιώματά τους! Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς στις φράσεις αυτές; Οτι αποκαλύπτουν ένα σκληρό σύστημα έμφυλης και κοινωνικής περιφρόνησης; Οτι δεν γνωρίζουν ή ότι αδιαφορούν αν αυτό το σύστημα πεποιθήσεων βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις γενικευμένες αντιλήψεις για το δέον των κοινωνικών σχέσεων; Οτι υποστηρίζουν την παραίτηση από δικαιώματα;

* Απαξιωτικός λόγος

Οποιοσδήποτε πολιτικός, έστω και αν είχε τις ίδιες ακριβώς αντιλήψεις για την κοινωνική ιεραρχία, τις γυναίκες και τα δικαιώματα των εργαζομένων, δεν θα τολμούσε να εκστομίσει αυτές τις φράσεις από την τηλεόραση ή στη Βουλή. Φανταστείτε τον σάλο που θα είχε δημιουργηθεί αν μιλούσε η υπουργός Παιδείας για την πλύστρα της ή ο αρχηγός της αντιπολίτευσης για τη «Βουλγάρα» που έχει στο σπίτι. Γιατί το τολμούν με τόση αδιαφορία οι ιεράρχες; Γιατί δεν σκανδαλίστηκε η ίδια η Εκκλησία; Θεωρούνται φυσικές, αποδεκτές φράσεις; Ισως «ψιλά γράμματα»; Τι σημαίνει αυτή η αδιαφορία; Πώς βρέθηκε στο κέντρο της δημόσιας σφαίρας αυτός ο λόγος που αποκαλύπτει περιφρόνηση, που δικαιολογεί την αδικία, που στιγματίζει, που τραυματίζει, που εξομοιώνει ανθρώπινες υποστάσεις με αντικείμενα, που δείχνει μισαλλοδοξία;

Συχνά, μιλώντας για την Εκκλησία, τείνουμε να εξωραΐσουμε το Κράτος. Αλλά, αν τα κόμματα, οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, η δικαιοσύνη και ο στρατός στους επίσημους λόγους τους διαθέτουν κάποιους μηχανισμούς οι οποίοι φιλτράρουν κάπως τη γλώσσα που χρησιμοποιούν, κρύβουν τουλάχιστον τα σκανδαλώδη, το ζήτημα είναι γιατί η Εκκλησία δεν διαθέτει τέτοιους μηχανισμούς. Οπως καταλαβαίνει ο καθένας, το ζήτημα δεν αφορά τη δημιουργία μηχανισμών προληπτικής λογοκρισίας. Είναι βαθύτατα ιδεολογικό και πολιτικό. Τι εκπαίδευση λαμβάνουν αυτοί οι άνθρωποι ώστε να μιλούν έτσι, και ακόμη με ποια κριτήρια προσλαμβάνονται και εξελίσσονται;

H κεντρική ιδέα την οποία θέλω να αναπτύξω στο άρθρο αυτό είναι ότι το πρόβλημα με την Ελλαδική Εκκλησία δεν είναι πρόβλημα τυχαίων και ατυχών επεισοδίων για τα οποία μπορεί να υπάρξει κάθαρση ή «αυτοκάθαρση». Δεν πρόκειται δηλαδή για σκουπιδάκια στο μάτι. Ούτε από την άλλη πλευρά πρόκειται για τον ιστορικά θεσμικό ρόλο της Εκκλησίας, η οποία από τη στιγμή που έγινε κρατικός θεσμός, πριν από δεκαέξι αιώνες, συμπεριφέρεται όπως οποιαδήποτε εξουσία, συνδυάζοντας δηλαδή τον λόγο και την πονηρία, την πειθώ και τη βία. Μια παρόμοια αντίληψη θα οδηγούσε σε απραξία και άνευ όρων συμβιβασμό. Αντίθετα, νομίζω ότι οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στο μέσο επίπεδο. Υποστηρίζω λοιπόν ότι οι ρίζες του συγκεκριμένου προβλήματος που αποκαλύπτει η σημερινή κρίση βρίσκονται στο γεγονός ότι η Εκκλησία είναι ο μόνος θεσμός στον οποίο δεν συνέβη Μεταπολίτευση.

* H απουσία Μεταπολίτευσης

H Μεταπολίτευση δεν ήταν απλώς η αποχουντοποίηση, η οποία στην εκκλησιαστική περίπτωση αντιστοιχούσε στην εκθρόνιση μερικών μητροπολιτών. H Μεταπολίτευση δεν ήταν ένα στιγμιαίο γεγονός το οποίο σήμαινε τη μεταβίβαση της εξουσίας από τη δικτατορία στη δημοκρατία. H Μεταπολίτευση στην Ελλάδα ήταν μια μακροχρόνια διαδικασία η οποία αγκάλιασε όλα τα σώματα που δρούσαν στον δημόσιο χώρο και η οποία, κουτσά - στραβά, άλλαξε τις νοοτροπίες, τους μηχανισμούς και τις λειτουργίες που είχαν διαμορφωθεί όχι μόνο στα προηγούμενα επτά χρόνια της δικτατορίας, αλλά σε όλη την προηγούμενη περίοδο του εμφυλίου και του ψυχρού πολέμου, και ακόμη πιο πριν, από τον καιρό του Μεταξά. Επρόκειτο δηλαδή για μεταβολές εκδημοκρατισμού μεγάλης κλίμακας, αν συνυπολογίσει κανείς και όσες συνέβησαν τη δεκαετία του '80, οι οποίες έφεραν τη χώρα και την κοινωνία στο επίπεδο των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών δημοκρατιών, παρά τις αδυναμίες, τις καθυστερήσεις, τις ελλείψεις, τις αναπόφευκτες αναπαραγωγές προβλημάτων κτλ. Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα τίποτε δεν έμεινε ίδιο με ό,τι ήταν πριν από το 1974. Ούτε η εκπαίδευση, ούτε τα κόμματα, ούτε το κοινοβούλιο, ούτε η δικαιοσύνη, ούτε ο στρατός. Οχι ότι δεν έμειναν κατάλοιπα ή δεν δημιουργήθηκαν νέα προβλήματα. Αλλά τα πράγματα άλλαξαν ριζικά, είτε έγιναν όπως τα περιμέναμε είτε όχι.

Ο μόνος θεσμός που δεν άλλαξε, τον οποίο η Μεταπολίτευση δεν άγγιξε, ήταν η Εκκλησία. Οχι μόνο δεν άλλαξαν τα πρόσωπα (ο Σεραφείμ είχε οριστεί επί χούντας Ιωαννίδη), αλλά δεν άλλαξαν ούτε οι μηχανισμοί ούτε οι ιδεολογίες. Αυτός ο λόγος, που όταν ακούστηκε μετά το 1998 από τις τηλεοράσεις, άρχιζε να ξενίζει και να σκανδαλίζει τη δημοκρατική κοινή γνώμη, δεν ήταν ένας καινούργιος λόγος. Ηταν ο λόγος των κατηχητικών και των εκκλησιαστικών οργανώσεων αλλά και της επίσημης Εκκλησίας που διαμορφώθηκε στον καιρό του Εμφυλίου, στα συλλαλητήρια για Βόρεια Ηπειρο και Κύπρο, τη δεκαετία του '50. H ανάμειξη της Εκκλησίας στα εθνικά και η απορρόφηση της εκκλησιαστικής ιδεολογίας από την εθνικιστική ιδεολογία έχει βέβαια να κάνει με τη θέση της Εκκλησίας στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, θέση αμοιβαίας χρησιμοποίησης. Διαμορφώθηκε όμως κυρίως στην εμφυλιακή και μετεμφυλιακή περίοδο. H Μεταπολίτευση δεν άγγιξε τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, επιβάλλοντας τον διαχωρισμό τους στο Σύνταγμα του 1975. Αν τότε ο εκκλησιαστικός λόγος είχε περιορισμένο ακροατήριο, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '80 βρήκε έναν καινούργιο τρόπο να το διευρύνει. Δεν ήταν λίγοι οι διανοούμενοι, οι πολιτικοί, οι καλλιτέχνες που ανακάλυψαν ξανά την εθνορομαντική παράδοση. Στη δεκαετία του '90 λίγο τα Μακεδονικά, λίγο τα αντιτουρκικά, λίγο οι αδελφοί μας Σέρβοι, λίγο η παγκοσμιοποίηση κτλ. άρχισαν να δημιουργούν ένα καινούργιο πλαίσιο θριαμβικής επιστροφής της Εκκλησίας στον δημόσιο χώρο. Δεν είναι λίγοι οι βουλευτές που κυλίστηκαν στα πόδια των ιερωμένων. Ελάχιστοι αντιστάθηκαν, και από αυτή την άποψη το «όχι» στις ταυτότητες αποκτά τώρα τη σημασία του.

* Ο εκσυγχρονισμός της Εκκλησίας

Ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους είναι αναγκαίος για λόγους που όλοι ξέρουμε. Αλλά το ζήτημα δεν περιορίζεται εδώ. H πικρή αλήθεια είναι ότι αν δεν υπάρξει εκσυγχρονισμός στην Εκκλησία δύσκολα μπορεί να υπάρξει εκσυγχρονισμός της κοινωνίας στις νοοτροπίες και στις συμπεριφορές. Αλλά οι εκκλησιαστικές εκείνες δυνάμεις που θα τον αναλάβουν δεν είναι ορατές. Εως τώρα δεν μας έχουν δείξει το πρόσωπό τους. Ωστόσο η τελευταία κρίση έκανε αισθητή την ανάγκη οι εκκλησιαστικοί θεσμοί να ωθηθούν στον εκδημοκρατισμό όχι μόνο της λειτουργίας αλλά και της ιδεολογίας τους. Κυρίως η εκκλησιαστική εκπαίδευση, από τα κατηχητικά έως τις ανώτερες εκκλησιαστικές σχολές, πρέπει να ενσωματώσει μια σειρά από αρχές, συνταγματικές, ανεξιθρησκίας, ισότητας φύλων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με τις οποίες λειτουργεί ή με τις οποίες επιθυμεί να λειτουργεί η σύγχρονη κοινωνία. H συνταγματική και δημοκρατική εκπαίδευση του κλήρου, και όχι μόνο της Ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά και των άλλων αλλόδοξων και αλλόθρησκων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων και των μουσουλμανικών, είναι επιτακτική. Πώς, λ.χ., είναι δυνατόν να κουβεντιάζουμε σοβαρά την ανωτατοποίηση και τη χρηματοδότηση εκκλησιαστικών σχολών όπου δεν υπάρχει ίση πρόσβαση των δύο φύλων και όπου αποκλείονται τα μη αρτιμελή άτομα;

Ωστόσο το πρόβλημα με την Εκκλησία δεν περιορίζεται σε αυτήν. Αφορά την πολιτική κουλτούρα. Μπορεί μια δημοκρατία να λειτουργήσει αυτόματα χωρίς μια δημοκρατική ιδεολογία; Αν μπορούν να μιλούν ακόμη οι δεσποτάδες για πλύστρες και Βουλγάρες, είναι γιατί δεν έχουν απέναντί τους μια πολιτική τάξη που έχει συνειδητοποιήσει ποιο είναι το φιλοσοφικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο συγκροτήθηκε η σύγχρονη δημοκρατία και υπερασπίζεται τις αξίες του.

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=164934