Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Η κατοχή, η δικτατορία και ο αρχιεπίσκοπος

Παπαδόπουλος, Παττακός και Μακαρέζος με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και τους στενούς συνεργάτες του Ανθιμο (Ρούσσα) και Χριστόδουλο (Παρασκευαΐδη)

Συντάκτης:
Δημήτρης Ψαρράς


Δεν θα ’πρεπε να μας ξαφνιάσει το γεγονός ότι ο αρχιεπίσκοπος αποφάσισε να κηρύξει προσωπικό πόλεμο στον υπουργό Παιδείας.

Ο κ. Ιερώνυμος ακολουθεί πιστά τη γνωστή τακτική των προκατόχων του, σύμφωνα με την οποία, όταν οι κυβερνήσεις έθιγαν τον σκληρό πυρήνα της εκκλησιαστικής εξουσίας σε οικονομικά ή πολιτικά ζητήματα, η Ιεραρχία ξεσηκωνόταν και μετέθετε το ζήτημα στον χώρο της «πίστης» ή της «παράδοσης».



Μιλά πλέον ο «Θεός» απ’ τη μια μεριά και ο «Σατανάς» από την άλλη.

Μόνο που έτσι ο δρόμος στρώνεται για τους φονταμενταλιστές, με τους οποίους μέχρι τώρα απέφευγε να ταυτιστεί ο αρχιεπίσκοπος.

Πρώτος τον Μάιο ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος ζητούσε να «σαπίσει και να ξεραθεί» το χέρι του κ. Φίλη, ενώ η καθηγήτρια Μαντουβάλου ευχόταν προχτές «να τον τρελάνει ο Θεός», από τη ραδιοσυχνότητα που διαθέτει ακόμα ο άλλος πιστός χριστιανός, ο Γιώργος Καρατζαφέρης.

Ο κ. Ιερώνυμος πιάστηκε από μια φράση του υπουργού Παιδείας, ο οποίος τόλμησε να ξεστομίσει το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν τιμά την Εκκλησία ο ρόλος επιφανών στελεχών της σε δυο σκοτεινές περιόδους της ελληνικής Ιστορίας, την κατοχή και τη δικτατορία.

Φρονίμως ποιών, ο κ. Ιερώνυμος απέφυγε στην πρώτη του επιστολή κάθε αναφορά στη δικτατορία, εφόσον είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από αυτή την περίοδο.

Και περιορίστηκε αρχικά σε μια συμβολική αλλά επιδεικτική κίνηση.

Προσέφερε διά του προέδρου της Βουλής προς τους βουλευτές τον τόμο που είχε εκδοθεί επί Χριστόδουλου, με τον οποίο υποτίθεται ότι αποκαθίσταται η «αντιστασιακή» δράση της Εκκλησίας επί κατοχής (Χαραμαντίδης, 2000).

Ισως έτσι θέλησε να «τιμωρήσει» και τον κ. Βούτση, ο οποίος είχε ήδη ξεκαθαρίσει ότι οι θέσεις του υπουργού Παιδείας είναι ώριμες κυβερνητικές θέσεις, στις οποίες μάλιστα συγκλίνει μια ευρύτατη πολιτική συναίνεση.

Αστοχη η χειρονομία του αρχιεπισκόπου. Διότι ο τόμος αυτός παρουσιάστηκε τον Νοέμβριο του 2000 από τον Χριστόδουλο ως κίνηση αποκατάστασης των δύο μοναδικών αντιστασιακών μητροπολιτών, του Ιωακείμ Κοζάνης και του Αντωνίου Ηλείας, οι οποίοι είχαν καθαιρεθεί από την Εκκλησία ακριβώς για την αντιστασιακή τους δράση!

Μάλιστα η έκδοση του τόμου χαρακτηρίστηκε «φαρισαϊκή πράξη» από τις τρεις βασικές αντιστασιακές οργανώσεις, οι οποίες κατήγγειλαν ότι «ο κ. Χριστόδουλος θεωρεί και σήμερα αμάρτημα το υψηλό και έμπρακτο παράδειγμα πατριωτισμού και αυταπάρνησης ιερωμένων, όπως οι αείμνηστοι μητροπολίτες Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιος, το οποίο αυτός ο οσφυοκάμπτης της χούντας μεγαλόψυχα συγχωρεί!» («Ριζοσπάστης», 25/11/2000).

Μικρή λεπτομέρεια που έχει σήμερα κάποια σημασία.

Ο γνωστός ακροδεξιός εκδότης Γρηγόρης Μιχαλόπουλος δήλωσε τότε ότι δεν πήγε στην εκδήλωση αποκατάστασης των δύο μητροπολιτών διότι «υπήρξαν κομμουνιστές και μάλιστα κακής ποιότητος» και διότι ο Ιωακείμ «υπήρξε ο πρώτος που ζήτησε να καταργηθούν τα Θρησκευτικά» («Ελεύθερη Ωρα», 27/11/2000).
Δωσιλογισμός και Εκκλησία


Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με τον πρωθυπουργό της πρώτης δωσιλογικής κυβέρνησης Γ. Τσολάκογλου |

Χωρίς, λοιπόν, τους δύο ΕΑΜίτες μητροπολίτες, η συνεισφορά της Εκκλησίας στην αντίσταση περιορίζεται στον κατώτερο κλήρο, με πιο εμβληματική την περίπτωση του αρχιμανδρίτη Γερμανού Δημάκου, συμπολεμιστή του Αρη Βελουχιώτη με το ψευδώνυμο παπα-Ανυπόμονος.

Αντίθετα, για τους μητροπολίτες χρειάστηκε ακόμη και ειδικός αναγκαστικός νόμος για να μην το σκάσουν από τις επαρχίες τους, όταν άρχισε να διαφαίνεται η ήττα (Α.Ν. 2754/10/1/1941).

Υπάρχει βέβαια ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, ο οποίος αρνήθηκε να μετάσχει στην παράδοση της Αθήνας στους κατακτητές και να ορκίσει την πρώτη δωσιλογική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου.

Αλλά αυτός απομακρύνθηκε αμέσως και τοποθετήθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο εκλεκτός των Γερμανών Δαμασκηνός.

Η εκλογή του ενθουσίασε τόσο τους γερμανόφιλους, ώστε τηλεγράφησαν την επιτυχία τους στον ίδιο τον Χίτλερ (Τσιρώνης, 2010, σ. 422).

Ο Χρύσανθος αποκαταστάθηκε με τα χίλια ζόρια το 1949, λίγο προτού πεθάνει.

Οσο για τον Δαμασκηνό, αυτός υποτίθεται ότι υπήρξε μέγας αντιστασιακός και προστάτης του εβραϊκού στοιχείου.

Μόνο που όλα αυτά συνέβησαν από τα τέλη του 1943, όταν άρχισε να αποκαθιστά σχέσεις με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και τους Αγγλους, προετοιμάζοντας τη διάδοχη κατάσταση.

Εως τότε, η ηγεσία της Εκκλησίας «αποδείχτηκε ικανότερος συνεργάτης για τους κατακτητές από όσο οι δύο πρώτες ελληνικές κατοχικές κυβερνήσεις» (Ψαλλίδας, 2016, σ. 17).

Ειδικά τα κείμενα διαμαρτυρίας του αρχιεπισκόπου προς τον πρωθυπουργό και τις κατοχικές αρχές επιδόθηκαν κατόπιν εορτής και μόνο όταν είχαν ήδη αρχίσει οι εκτοπίσεις των Εβραίων προς τα στρατόπεδα του θανάτου (Μαργαρίτης, 2005, σ. 112-132).

Ακόμα και μετά την απελευθέρωση, ο Τσόρτσιλ αποκαλούσε «Κουίσλιγκ» τον Δαμασκηνό και ήταν δύσπιστος στην ανάδειξή του σε αντιβασιλέα, διότι υπήρξε«όργανο των Γερμανών», τους οποίους «πρόδωσε» στη συνέχεια (H. Macmillan, «War Diaries», σ. 558 κ.ε., και Σπύρος Μαρκεζίνης, «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β΄, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1994, σ. 52).

Οσο για τους λοιπούς μητροπολίτες, περισσεύουν οι εκδηλώσεις νομιμοφροσύνης προς τους κατακτητές.

Ο μητροπολίτης Πατάρων Μελέτιος, ως επίτιμος πρόεδρος μιας «Κεντρικής Επιτροπής Λαού Αλεξανδρουπόλεως», έσπευσε ήδη από τις 10/4/1941 να απευθύνει«προς την Αυτού Εξοχότητα τον Φύρερ του Γερμανικού Ράιχ, Κύριον Κύριον Αδόλφον Χίτλερ, τας ολοψύχους ευχαριστίας και την εις το διηνεκές αναλλοίωτον ευγνωμοσύνην» του ποιμνίου του «διά την άκραν ευγένειαν και τον ιπποτισμόν τον οποίον επεδείξαντο απέναντί του τα ηρωικά στρατεύματα της κατοχής».


Ευχαριστήρια επιστολή προς τον Χίτλερ που υπογράφει ο Πατάρων Μελέτιος |

Εχουν διασωθεί και οι ομιλίες τεσσάρων ιεραρχών της Βόρειας Ελλάδας κατά την περιφορά της προπαγανδιστικής έκθεσης των ναζί «ο σοβιετικός παράδεισος».

Ο Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης Κωνσταντίνος αναπολεί νοσταλγικά την«παλαιά ευτυχία των Ρώσων» επί τσάρου και διατυπώνει την άποψη ότι «ο μπολσεβικισμός δέον να θεωρηθή μία κίνησις παρά κατωτέρω λαώ, ανίκανος να ηλεκτρίση άλλους λαούς προηγμένους εις τον πολιτισμόν», όπως ο ελληνικός («Ο αγών της Ελλάδος», 1943, σ. 11-12).

Ο Εδέσσης Παντελεήμων θα ταχθεί πιο ανοιχτά υπέρ των ναζί: «Ο Ελλην τάσσεται παρά το πλευρόν των δυνάμεων αίτινες καταπολεμούν το υλιστικόν τούτο σύστημα και ελπίζει ότι ούτω θα επιτύχη να εξασφαλίση εν ελεύθερον και ευτυχές μέλλον εν τω πλαισίω της νέας Ευρώπης».

Ο Φλωρίνης Βασίλειος θα θεωρήσει τον Χίτλερ όργανο του Θεού κατά του διαβόλου:

«Καθώς άλλοτε η Θεία Πρόνοια, εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εθριάμβευσε κατά των διωγμών της ειδωλολατρίας, τοιουτοτρόπως σήμερον, εν τω προσώπω του Μεγάλου Ηγέτου του ενδόξου Γερμανικού έθνους, θα θριαμβεύση και κατά του διωγμού τούτου» (στο ίδιο, σ. 8-9).

Ο μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος θα προσθέσει:

«Ευνόητος η χαρά και ανακούφισις ην ησθάνθην όταν ο Μέγας Φύρερ του Γερμανικού Ράιχ εκήρυξε τον κατά των Μπολσεβίκων πόλεμον, προς απαλλαγήν της Αγίας Ορθοδόξου Ρωσίας από των σκληρών και αφορήτων αυτών τυράννων και βασανιστών. […] Ας ευχηθώμεν εις τα γερμανικά όπλα επιτυχίαν […] Οφείλομεν λοιπόν μεθ’ υπομονής και ησυχίας να επιδιδώμεθα εις τα ειρηνικά ημών έργα, παρέχοντες προθύμως την προσωπικήν ημών εργασίαν δι’ έργα οδοποιίας και οχυρωματικά τοιαύτα, αφ’ ου μάλιστα διά των τοιούτων ποικίλως ωφελείται και προάγεται η γλυκεία ημών Πατρίς, της οποίας την ελευθερίαν και διακυβέρνησιν υπό της ελευθέρας θελήσεως του Ελληνικού Λαού, μετά την πολυπόθητον ειρήνην ολοκλήρου της ανθρωπότητος, υπεσχέθησαν οι ευγενείς κατακτηταί μας, διά του γνωστού διαγγέλματος του σοφού και φιλοπάτριδου πρωθυπουργού ημών κ. Λογοθετοπούλου» (σ. 14-15).
Οι Αγιοι Πατέρες και ο Χίτλερ


Γερμανοί αξιωματικοί με ηγούμενους στο Αγιο Ορος |

Η πιο γλοιώδης συμπεριφορά προς τους κατακτητές υπήρξε δυστυχώς εκείνη τουΑγίου Ορους.

Οι εκπρόσωποι των είκοσι μονών έστειλαν στις 26/4/1941, μια μέρα προτού μπουν οι κατακτητές στην Αθήνα, επιστολή προς την «Αυτού Εξοχότητα τον Αρχικαγκελλάριον του ενδόξου Γερμανικού Κράτους Κύριον Αδόλφον Χίτλερ εις Βερολίνον», ζητώντας«όπως αναλάβη υπό την Υψηλήν προσωπικήν Αυτής προστασίαν και κηδεμονίαν τον Ιερόν τούτον Τόπον».

Με την επιστολή οι ηγούμενοι του Αγίου Ορους ζητούσαν να διατηρήσουν τα κτήματα και τα δικαιώματά τους.

Και κατέληγαν:

«Την διατήρησιν του καθεστώτος τούτου της αυτονόμου μοναχικής πολιτείας, ικανοποιούντος πλήρως άπαντας τους εν Αγίω Ορει ενασκουμένους ανεξαρτήτως εθνικότητος Ορθοδόξους μοναχούς και εναρμονιζόμενοι προς τον σκοπόν και την αποστολήν αυτών, παρακαλούμεν και ικετεύομεν θερμώς την Υμετέραν Εξοχότητα όπως αναλάβη υπό την υψηλήν προστασίαν και κηδεμονίαν Αυτής. Τον Βασιλέα των Βασιλευόντων και Κύριον των Κυριευόντων εξ όλης ψυχής και καρδίας ικετεύοντες, όπως επιδαψιλεύση τη Υμετέρα Εξοχότητι υγείαν και μακροημέρευσιν επ’ αγαθώ του ενδόξου Γερμανικού Εθνους».

Την ύπαρξη της επιστολής επιβεβαιώνει και ο τόμος που παρέδωσε στον πρόεδρο της Βουλής ο αρχιεπίσκοπος, χωρίς βέβαια να αναφέρει το περιεχόμενό της (σ. 355).
Η χούντα και η Εκκλησία

Πιεσμένος προφανώς από τους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες που θεώρησαν ανεπαρκή την πρώτη του επιστολή, ο κ. Ιερώνυμος επανήλθε με νέα, στην οποία κατονομάζει τον κ. Φίλη και επιχειρεί να ανατρέψει αυτό που όλοι γνωρίζουμε:ότι δηλαδή η διοικούσα Εκκλησία συντάχθηκε πλήρως με τη δικτατορία.

Και εδώ δεν υπάρχει καμιά εξαίρεση. Ισχύει αυτό που δήλωνε ο αντιστασιακός πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Θ. Πυρουνάκης μετά την πτώση της δικτατορίας:

«Ολοι τους [οι μητροπολίτες] υπηρέτησαν και υπέθαλψαν τη χούντα. Σημειώστε:μηδενός εξαιρουμένου. Ολοι αναγνώρισαν το καθεστώς και όλοι έσπευσαν να το υπηρετήσουν. Και συναγωνίζονταν μάλιστα ποιοι θα είναι περισσότερο εξυπηρετικοί»(συνέντευξη στον Κ. Χαρδαβέλλα, «Τα Νέα», 19/10/1978).

Ο κ. Ιερώνυμος το γνωρίζει πολύ καλά. Και έτσι απλά διατυπώνει κάποια ερωτήματα, υπονοώντας ότι η χούντα επιβλήθηκε με τη βία στην Εκκλησία.

Βασικό του επιχείρημα, το ότι υπήρξε συνεχής αναβολή της σύγκλησης της Ιεραρχίας.

Το τραγικό είναι ότι οι ίδιοι οι δεσποτάδες ζητούσαν αυτή την αναβολή.

Ο μητροπολίτης Κωνστάντιος Αλεξανδρούπολης έγραφε στον Παπαδόπουλο:

«Με το θάρρος που μου δίδει η αφοσίωσίς μου προς το πρόσωπόν Σας και η ειλικρινής αγάπη μου προς το έργον της Επαναστάσεως, έρχομαι να θέσω υπ’ όψιν Σας την αγανάκτησιν και τον αναβρασμόν, ο οποίος επικρατεί εις την παράταξιν των Αρχιερέων που προήλθαν μετά την Επανάστασιν της 21ης Απριλίου […] Φρονώ ότι εν όψει του Δημοψηφίσματος, διά την επιτυχίαν του οποίου όλοι μας εργαζόμεθα, επιβάλλεται η αναστολή των εργασιών της Ιεράς Συνόδου».

Ολοι οι μητροπολίτες είχαν ένα καλό λόγο για τους χουντικούς:

■ Ο Θεσσαλιώτιδος Κωνσταντίνος δήλωνε: «Η Εθνική Κυβέρνησις έχει επιτελέσει τεράστιον εθνικόν έργον. Το σύνθημα του Προέδρου της Εθνικής Κυβερνήσεως “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών” μοναδικόν και ιστορικόν, ήχησεν ως εγερτήριον σάλπισμα».

■ Ο Σάμου Παντελεήμων χτυπούσε τις καμπάνες όταν τον επισκεπτόταν ο Παττακός και είχε αναρτήσει τη σημαία της χούντας στη μητρόπολή του.

■ Ο Κιλκισίου Χαρίτων δήλωνε ότι «η Επανάστασις εδώ είμεθα ο κ. Νομάρχης, ο κ. Διοικητής, και εγώ».

■ Ο Καστοριάς Δωρόθεος χαρακτήριζε την 21η Απριλίου «λαμπροφόρο νύκτα» και καλούσε τους πιστούς να ψηφίσουν «ναι» στο δημοψήφισμα της χούντας («Φωνή της Καστοριάς», 15.9.1968).

■ Ο Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος Κωνσταντίνος ανακοίνωσε την «περίλαμπρον νίκην» του χουντικού δημοψηφίσματος.

■ Ο Λαρίσης Θεολόγος με εγκύκλιό του αποφαινόταν ότι όσοι δεν ψηφίσουν «ναι» στο δημοψήφισμα δεν είναι χριστιανοί (6/1207/20.9.1968).

■ Ο Ζακύνθου Απόστολος, καταπατώντας την παράδοση, έδινε στον Παττακό το σκήνωμα του Αγίου Διονυσίου κατά τη λιτανεία.

■ Ο Καβάλας Αλέξανδρος θεωρούσε το χουντικό Σύνταγμα «το καλύτερο, αρτιώτερο, σαφέστερο και πλέον δημοκρατικό και φιλελεύθερο από κάθε προηγούμενο του τόπου μας».

■ Ο Ζιχνών (και μετέπειτα Πατρών) Νικόδημος είχε συντάξει παρόμοια εγκύκλιο (576/20.9.1968).

Ο θλιβερός κατάλογος δεν έχει τέλος. Αν εξαιρέσουμε τον Χρυσόστομο Πειραιώς, οι υπόλοιποι μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδας δέχτηκαν μετά χαράς να αναλάβουν τον ρόλο εκφωνητή της χουντικής προπαγάνδας.

Ο πρώτος που τα γνωρίζει από πρώτο χέρι όλα αυτά είναι ο ίδιος ο σημερινός αρχιεπίσκοπος.

Και είναι πράγματι κρίμα που για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας επιχειρεί να τα συσκοτίσει και έτσι ταυτίζεται με τον Αμβρόσιο, ο οποίος βέβαια επί χούντας ήταν ταγματάρχης της χωροφυλακής.
Πηγές
● Αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Χαραμαντίδης (επιμ.), «Μνήμες και μαρτυρίες από το ’40 και την κατοχή. Η προσφορά της Εκκλησίας», Κλάδος Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2000.
● «Ο αγών της Ελλάδος κατά του μπολσεβικισμού», Νέα Ευρώπη, Θεσσαλονίκη 1943.
● Γρηγόρης Ψαλλίδας, «Συνεργασία και ανυπακοή. Η πολιτική της ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην κατοχή (1941-1944), εκδ. Εστία, Αθήνα 2016.
● Θεοδόσης Αθ. Τσιρώνης, «Εκκλησία πολιτευομένη. Ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1913-1941)», εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2010.
● Γιώργος Ν. Καραγιάννης, «Η Εκκλησία από την κατοχή στον εμφύλιο», εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα 2001.
● Γιώργος Δ. Καρανικόλας, «Ρασοφόροι. Συμφορά του Εθνους», εκδ. Θουκυδίδης, Αθήνα 1985 [1976].
● Γιώργος Μαργαρίτης, «Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες. Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων της Ελλάδας», Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005.


http://www.efsyn.gr/arthro/i-katohi-i-diktatoria-kai-o-arhiepiskopos