Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Η κλειστή πόρτα, του Δημήτρη Σεβαστάκη*


Χτύπησε την πόρτα. Το άβαφο κόντρα πλακέ είχε μεγάλους λεκέδες - πιθανόν από χυμένο φραπέ. Σιωπή. Άναβε το κτήριο από τη φρικτή αθηναϊκή ζέστη του Ιουνίου. Κατέβηκε στον τρίτο όροφο. Στον δεύτερο. Κανείς. 11 το πρωί, έπρεπε κάποιος να βρίσκεται στα γραφεία. Τίποτα. Έφυγε κουρασμένος με την αίτηση στο χέρι. Γραφεία διεύθυνσης επαγγελματικής εκπαίδευσης. Κάτι τέτοιο. Είχε ήδη υποβάλει βιογραφικά και αιτήσεις πρόσληψης σε όλα τα ιδιωτικά σχολεία, τις δημόσιες και ιδιωτικές σχολές, στα ΙΕΚ, Τεχνικά λύκεια κ.λπ. Πάντα υπήρχε ένας ξάδελφος ή κουμπάρος γραμματέως ή γιος διδάσκοντος ή φίλος του κόμματος και προσλαμβάνονταν στη θέση του. «Αφήστε μια αίτηση και το βιογραφικό σας και θα σας ειδοποιήσουμε». Ποτέ και κανείς δεν του είχε τηλεφωνήσει. 
     Ποιος λέει ότι αυτό το εργασιακό μοντέλο είναι προϊόν της κρίσης; Από τη δεκαετία του '90 που περιγράφω το (αυτοβιογραφικό ) περιστατικό, το ίδιο συμβαίνει - με μεγαλύτερη ένταση σήμερα. Θα μπορούσα, όμως, να τιτλοφορήσω το θέμα «Η κλειστή πόρτα». Όλα κλειστά, κατάκλειστα, αν πήγαινες απ' τον κανονικό δρόμο. Έπρεπε να πας από κάποιον. «Πήγαινε βρες τον Κώστα και πες του ότι έρχεσαι από μένα. Θα του τηλεφωνήσω κι εγώ». Ένα κλειστό σύστημα ορίζει τι θα κάνεις στη ζωή σου, αν θα βρεις δουλειά, με τι χρήματα, με ποια κανονικότητα. Δεν είναι απλώς θέμα καπιταλισμού, είδους καπιταλισμού, αναπτυξιακής οδού κ.λπ. 
      Η αναπαραγωγή της ευνοιοκρατίας, οι αμοιβαίες δουλείες, οι αλληλεξυπηρετήσεις και αλληλεξαρτήσεις. Πάντα «τα δικά μας παιδιά», τα οποία επιλέγουν τα «δικά τους παιδιά» και πάει λέγοντας. Ακόμα κι η Αριστερά, τηρουμένων των αναλογιών, επηρεάστηκε (και βόλεψε). Πώς απάντησε η χώρα στην κρίση, ακολουθώντας αυτό τον δρόμο, τον δρόμο του «κολλητού»; Πώς αναπτύχθηκε; Πώς ενσωμάτωσε το κανονιστικό πλαίσιο της Ε.Ε.; Πώς διαπραγματεύτηκε την Κοινή Αγροτική Πολιτική; Τι συνδικαλιστικό κίνημα διαμόρφωσε; Τι είδους συνεταιρισμούς; Πόσο φιλολαϊκή και δημοκρατική είναι η δημόσια διοίκηση; Ποιο είναι το πολιτικό πρωτόκολλο που κυριαρχεί στον πολιτικό λόγο; Φαντασία, ποιότητα ή κοινότοπες ηλιθιότητες; Ξέρουμε τις απαντήσεις. Δεν λέω ότι για όλα φταίνε τα πολιτικά γιουσουφάκια, αλλά επιμένω στη θεματολογία γιατί αν μια χώρα ιεραρχεί τις ίδιες τις συμβολικές και κυριολεκτικές επενδύσεις της, δηλαδή τα εκπαιδευμένα παιδιά, τα ταλέντα, τα αστέρια της με τον τρόπο της οικογενειακής, φιλικής, τοπικής, πολιτικής εύνοιας, τότε η χώρα δεν διαθέτει στοιχειώδεις ιεραρχικούς μηχανισμούς. Δεν μπορεί να καταλάβει τη διαφορά καλού - κακού, αποδοτικού - ξεπερασμένου, λειτουργικού - ανασχετικού, τίμιου - ανέντιμου. Η χώρα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανή σκέψης, πολιτικής δικαιοπραξίας, παραγωγής. Θα λειτουργεί σαν σαράβαλο, ασανπλαζ από σκραπ. Έτσι όπως συνέβη τόσες και τόσες δεκαετίες και εξακολουθεί να συμβαίνει. 
      Γκρίνιες. Απελπισίες; Μπα. Αυτό το αισχρό και επίμονο φαινόμενο, εφόσον αποτελεί πρόβλημα -και είναι πρόβλημα, όλοι το καταλαβαίνουν-, τότε η ίδια η κοινωνία μας οδηγείται σ' έναν αρχαϊσμό: Αυτό που έχει να λύσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς είναι εξόχως Μη αριστερό και πρωτίστως Μη υψηλό. Είναι ένα κληροδότημα που περιέχει καί τον κληροδότη καί τον κληρονόμο. Είναι ένα σπίτι-φάντασμα που υποδουλώνει, είναι το αραχνιασμένο και ισχυρότατο απότοκο του πολυετούς συστήματος, που θα δημιουργήσει τις τεράστιες αδράνειες, τα μπλοκαρίσματα, τα φρένα. 
      Διαθέτει η Αριστερά τη διορατική ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης; Ναι. Έχει αποφασίσει να συγκρουστεί με τις αντιδραστικές δομές οπισθοφυλακής, που μάλιστα ξεπερνάνε (και μασάνε) τους κυβερνητικούς, τους σαμαράδες και τους βενιζέλους; Αυτό τον πηχτό χυλό των στενών κομματόσκυλων των δικτύων από «κολλητούς»; Έχω την εντύπωση ότι μόλις ένα κείμενο, ένα άρθρο, μια ομιλία, πλησιάζει ή αγγίζει το σημείο G του συστήματος, κάνει πίσω ή φεύγει στην αοριστία. Είναι όμως πολύ απλό στον εντοπισμό.                 Κάποιος που βλέπει ένα ταλέντο και το πετάει έξω από ανασφάλεια, είναι αντίπαλος. Κάποιος που λειτουργεί με κολλητούς, είναι αντίπαλος. Αυτός που δεν αγγίζει τις στρούγκες τις τρυπωμένες στα σπλάχνα της διοικητικής πραγματικότητας, είναι αντίπαλος. Αυτός που δεν αποκλείει (γιατί είναι ξάδερφος) το λαμόγιο που πουλάει φούμαρα στο Δημόσιο, είναι αντίπαλος. Όχι εχθρός. Αντίπαλος. Πιο αόρατος από τον Σαμαρά. Πιο άηχος απ' τον Άδωνι. Πιο αναίσθητος απ' όλους μαζί. 
       Γιατί τα λέω αυτά; Λείπουν τα ταλέντα από τη νέα πραγματικότητα; Δεν αξιοποιούνται τα αστέρια; Ακριβώς αυτό. Περιθωριοποιούνται. Και όχι μόνον. Το υπόδειγμα  που επιβιώνει είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Το γεγονός ότι αυτό διδάσκεται και παραδειγματίζει. Το γεγονός ότι ένας νέος πρέπει να αναζητήσει «έναν τάδε για να πάει στον δείνα», το ότι πρέπει να μεταμφιεστεί (ή, φευ, να γλύψει), να προαπωλέσει την αξιοπρέπειά του, γιατί νιώθει ότι πρέπει να περάσει διαρκείς εξετάσεις συμμόρφωσης. Και μόνο αυτό καταστρέφει κάθε προοδευτικό εγχείρημα. Η καμαρίλα έχει κατοίκους και αναπαραγωγούς. Και η οριακή στιγμή της χώρας και του λαού απαιτεί καθαρό αέρα κι όχι παραγοντίσκους και αυλικούς.

ΥΓ 1. Άλλωστε η ιστορία το 'χει δείξει. Ο δούλος είναι ο πρώτος που θα στραφεί εναντίον. Αν πρόκειται δε και για εγωπαθή δούλο (ναι, αυτόν που δεν μπορεί να εννοήσει τον εαυτό του αποκλίνοντα και επιλέγει τη δουλεία ως όχημα ένταξης), τότε είναι βέβαιον ότι εγωπάθεια, ανασφάλεια και δουλεία θα είναι το φαρμάκι.

ΥΓ 2. Γκρινιάζω ελπίζοντας.
Εφημ. Αυγή